0137 – Ό,τι θυμάμαι
Θυμάμαι κάθε πρωί η μάνα μου έτρωγε γραβιέρα με ψωμί. Όταν χάναμε κάτι, φτιάχναμε φανουρόπιτα, μα προσθέταμε στη συνταγή και λίγη ντόπια γραβιέρα. Όταν θέλαμε να πάρουμε μια σημαντική απόφαση,…
Θυμάμαι κάθε πρωί η μάνα μου έτρωγε γραβιέρα με ψωμί. Όταν χάναμε κάτι, φτιάχναμε φανουρόπιτα, μα προσθέταμε στη συνταγή και λίγη ντόπια γραβιέρα. Όταν θέλαμε να πάρουμε μια σημαντική απόφαση,…
Ό,τι κι αν συμβεί μην ανησυχείς είσαι σε πολύ καλό δρόμο. Και μόνο που είσαι στον δρόμο είναι για το καλό σου. Όταν πάλι δεις σε καμιά τζαμαρία πολυκαταστήματος τ’…
Νεανίσκος ο πόνος Ο πιο βαθύς Νωπός Ολότελα υποταγμένος Στενόχωρα ταξιδεμένος Απελεύθερος Αόριστος Σχεδόν αμόλυντος πόνος - πέραν του φύτρου που θα σαπίσει κάποτε, μα ας μη μιλάμε για ολοκληρωτικά…
Σιγά-σιγά αυτονομείται το λαδάκι απ’ τον Άγιο, το αγίασμα από τον άγγελό σου. Σιγά-σιγά και ’κείνος ακόμα σ’ αφήνει, δείγμα της τόσης αγάπης που σου ’χε. Σιγά-σιγά η γνώση αυτονομείται…
Όταν αλλοιωθώ και ξετυλίξουν σερπαντίνες αναίμακτες από το στόμα μου τα ποιήματα˙ λίγο το έχω να πιάσω τους ουρανούς και με ένα πινέλο να ζωγραφίσω των περαστικών τα πρόσωπα να…
Με ανησυχούσε που δε μάτωνες τον εαυτό σου. Που δεν έφτανες στα όρια της λογικής. Που δεν έπαιζες με την ψυχή σου. Με ενοχλούσε που δε ταξίδευες κι αφορμή γι’…
Όταν ακούσεις έναν υπόκωφο τρομακτικό θόρυβο, κι ενώ εσύ συνεχίζεις να τρέχεις στον κυλιόμενο διάδρομο εκγύμνασης, δεις το απέναντι κτίριο να πηγαίνει πέρα-δώθε - το απέναντι κτίριο θα ’ναι πάντα…