Θυμάμαι κάθε πρωί η μάνα μου
έτρωγε γραβιέρα με ψωμί.
Όταν χάναμε κάτι,
φτιάχναμε φανουρόπιτα,
μα προσθέταμε στη συνταγή και λίγη
ντόπια γραβιέρα.
Όταν θέλαμε να πάρουμε
μια σημαντική απόφαση,
λίγη γραβιέρα στο μαξιλάρι
και το πρωί έτοιμη η λύση.
Μετά το μπάνιο με την κανάτα
στο μανίκι λίγη γραβιέρα και λίγο ψωμί
κρεμούσαμε για προστασία.
Για να διώξουμε τα έντομα
ψεκάζαμε με διάλυμα γραβιέρας με ψωμί
και φυσικά εκείνα εξαφανίζονταν αμέσως.
Όταν χτίζαμε σπίτι
πασπαλίζαμε τα θεμέλια
με ψίχουλα ψωμιού και γραβιέρας τεμάχια
– κι όση περίσσευε την μοιράζαμε στους εργάτες -.
Πιάσαμε τις ιστορίες
μα τι να σου πω δεν ξέρω
γιατί δεν πήζει φέτος το τυρί.
Παρά μένει υγρός ορός
αδύναμος και με λίγη ζωή.
Ίσως φταίει η ποιότητα των μυκήτων
ίσως η αλλαγή του κλίματος
ίσως η απώλεια της σοφίας
ίσως το μεταλλαγμένο γάλα.
Δε μπορείς να κάνεις πολλά πράγματα.
Συνέχισε να πήζεις σιωπηλά,
μα όσο το τυρί μένει ορός
μην το καταναλώνεις.
