Σιγά-σιγά αυτονομείται
το λαδάκι απ’ τον Άγιο,
το αγίασμα από τον
άγγελό σου.
Σιγά-σιγά και ’κείνος ακόμα
σ’ αφήνει,
δείγμα της τόσης αγάπης
που σου ’χε.
Σιγά-σιγά η γνώση
αυτονομείται από το χαρτί
– το μελάνι μια μουντζούρα της ιστορίας,
ή ένα ψέλλισμα θα μείνει – .
Αργά πια, πολύ αργά
αυτόνομα κινείται η αλήθεια
μακριά, κι ολοένα μακρύτερα
της λήθης
και της απόγνωσης.
Και θ’ ακουστεί σαν αστείο, μα,
το φως δεν έχει πια
καμία σχέση,
μήτε με το σκότος,
μήτε με το ξημέρωμα.
