Έναν χάρτη είχα από
παιδί.
Χρόνια μαζί σε εκδρομές
και στα ταξίδια.
Πάλιωσε και σκίστηκε.
Μα ήταν φίλος πάντα.
Εχθές
ένα ποτήρι νες καφέ
- τελείως νες –
έπεσε πάνω του
κι έσβησε αναμνήσεις,
κι η κούρασή του έσβησε μεμιάς.
Μόνο στην γωνία του υπομνήματος
δεν έφτασε η λήθη.
Μου έμειναν τα σύμβολα
- σαν μια πρωτόγονη ιερογλυφική γλώσσα –
να προσπαθώ
να ζήσω νέες εμπειρίες,
να αναπλάθω τις παλιές,
να κουραστώ ξανά.
Μα δε μπορώ.
Πού να βρω δρόμο γυρισμού;
Πού να βρω τη ζωή μου;
Δρόμοι, ποτάμια, βενζινάδικα,
χωριά και πολιτείες,
καμιά αξία πια δεν έχουν,
καμιά ανάγκη, καμιά θλίψη.
Πελάτες δεν υπάρχουν πια,
παιδιά, φωνές, εικόνες.
Σκόρπισε ο αέρας
πάνω στη σιωπή μας,
σαν ένα γλύκισμα με
μπόλικη καρύδα
που πρόωρα μπαγιάτεψε.
