Μάζεψα πολλές καρδιές.
Πήλινες, κέρινες, μεταλλικές.
Άλλες σκονίστηκαν, άλλες σκορπίστηκαν,
κι άλλες παλιώσανε.
Μάζεψα καρδιές κι ήταν φορές
που δεν τις πρόσεξα
ως καρδιές.
Μάζεψα καρδιές, μια-μια τις
μάζεψα με κόπο.
Κι άλλοτε πάλι χωρίς.
Τώρα όλες σ’ ένα κουτί κλεισμένες,
μαζί κι η δική μου.
Κλεισμένη ’κει μέσα συνεχίζει να χτυπά.
Άλλες σιωπήσαν,
άλλες ηχούν στην άκρη του χωριού.
Μάζευα καρδιές, μου άρεσε το σχήμα τους,
το χρώμα, τ’ άρωμά τους,
άλλοτε η αδρότητα, άλλοτε η στιλπνότητά τους˙
κι ας ήταν τόσο διαφορετικές, όλες καρδιές.
Μάζευα, δε διάλεγα,
είχα να κάνω με έμπιστο μεσίτη
δικό μου άνθρωπο
– μη βιαστείτε να με κρίνετε που έβαζα μεσίτη,
ξέρω παλιές ιστορίες που τις είπαν έρωτα – .
Άλλες πάλι τις κρέμαγα στα χέρια μου,
συχνά στα δάκτυλά μου που τους άρεσαν,
άλλες στ’ αυτιά μου για ν’ ακούω καλύτερα,
στο στήθος σαν παράσημα, σιμά ωστόσο
στην καρδιά,
στα μάτια συντροφιά στην νηπτική μου
κολυμβήθρα,
στο στόμα για τον έλεγχο των χωρικών.
Οι πύλες έκλειναν τον ήλιο στη δύση του,
άλλοτε κοιμόμουν στο παλάτι κι άλλοτε
σα δεν προλάβαινα να μπω στην πόλη
σε δροσερό περιβόλι.
