Η απώλεια ενός μέλους μιας οικογένειας
έχει οδυνηρές επιπτώσεις στους υπόλοιπους
που έμειναν εν ζωή.
Ο αρχηγός της
διακηρύττει μνήμη και επαγρύπνηση.
Παρόλο που οι μισοί χασμουριούνται κι οι άλλοι μισοί δεν διαθέτουν
μήτε μνήμη, μήτε διάθεση
– διάθεση για μια θέση στη ζωή -.
Αν το απολεσθέν μέλος είναι κάποιο κατοικίδιο
συνήθεις μοιρολογίστρες είναι τα παιδιά
ετών
κάτω των δώδεκα.
Ο αρχηγός της οικογένειας συνήθως τα κοιτάζει με οίκτο και συμπόνια.
Με ελαφρύ χαμόγελο και διάθεση πατρική
που πόνεσαν τόσο με τον χαμό ενός ζώου.
Θυμάται κι εκείνος καλά τις όμορφες στιγμές,
όταν εκείνο ζούσε κι ανέπνεε.
Στο τέλος της ημέρας
πάντα
ο πατέρας
καλείται να εκφωνήσει τον επικήδειο λόγο
(ψιθυριστά σκύβει στο στήθος του καθενός και καθεμιάς και τον λέει,
καθώς απεχθάνεται τα σπασμένα τηλέφωνα) μα,
φωνή βοώντος εν τη ερήμω,
αφού τα παιδιά μετακινούμενα σπουδάζουν τον θάνατο
κι οι ενήλικες ταυτοποιούν τη μοναξιά,
που τελευταία έμπλεξε με τα ξόρκια της
τεχνητής αναπνοής.
