0165 – Στρωμνή

Δε θυμάμαι που κοιμήθηκα χθες βράδυ. Μένω εκεί που πάω. Άφησέ με να φύγω. Να ξημερώσει το φως. Θα σου στείλω ένα γράμμα από ’κει που ’χα μείνει για να…

0164 – Ορίζοντας θολός

Τις ώρες της μεγάλης κούρασης είναι κομμάτια του ορίζοντα που ναρκωμένα θολώνουν τα χρώματα Τα σχήματα χάνονται Η Ανατολή με την Δύση ξεδιπλώνονται την ίδια ώρα που ο Βοριάς κι…

0163 – Στο μισοσκόταδο

Στο μισοσκόταδο ρώτησα την γιαγιά μου «Παντρεύτηκες από έρωτα;» Εκείνη αμίλητη στην αρχή και καθώς γέλασε έπειτα κακαριστά, φανήκαν τα τρία δόντια που της είχαν μείνει μέσα στο στόμα της

0162 – Όπου χτυπάς σ’ ανοίγουν

Θυμάμαι όταν έπινα την αγάπη σε ραγισμένα ποτήρια Ήταν μακριά μου ο πόθος Ήμουν σιωπή Βγήκα και περπάτησα στα σοκάκια της πόλης Γεύτηκα το κάθε τι και μύρισα τις οσμές…

0161 – Της μάνας το τραγούδι

Πόσο γλυκά ηχεί στα κωφάλαλα παιδιά της μάνας το τραγούδι καθώς τα σκεπάζουν ως το λαιμό και τα φιλάν’ στον κρόταφο. Ότι ώρα κι αν δείχνει το ρολόι είναι απόγευμα.…

0160 – Μνήμη μελάνι

Έσβησα το φως και το έγραψα Πολέμησα τη λύσσα και το έγραψα Σακάτεψα την αγχόνη και το έγραψα Σκότωσα τη φορμόλη και το έγραψα Μνήμη μελάνι Ακίνητα γράμματα Νικημένα γράμματα…

0159 – Τα μπάνια του Νοέμβρη

Μια γυναίκα στην Νορβηγία θέλει να χωρίσει τον άντρα της. Ονειρεύεται ένα ακρογιάλι ήσυχο, με λεπτή άμμο και το κύμα να κάνει φλίτσι-φλίτσι με φι ελληνικό. Εκείνος πονά. Κι εκείνη…