You are currently viewing 0092 – Όταν υπήρξα

Την μέρα που κατάλαβα

μικρό παιδί σαν ήμουν

ότι υπάρχω,

ένοιωσα ο κόσμος

να περιμένει

να γελάσει

μέσα από το δικό μου στόμα,

να κλάψει

μέσα από τα δικά μου μάτια,

να τρέξει

με τα δικά μου αγορίστικα φτερά.

Σαν γίνηκα έφηβος

όλα αλλάξαν ξαφνικά.

Ο κόσμος πια

περίμενε από μένα

τα πιο περίεργα πράγματα.

Όταν η σάρκα μου αγαπούσε το πνεύμα

εκείνο την περιφρονούσε,

κι όταν το πνεύμα μου ποθούσε μια σάρκα

αδυνατούσε να φανεί αντάξιό της.

Τώρα πια

ο κόσμος

μήτε να σωθεί από μένα

περιμένει

μήτε να μπερδευτεί.

Τώρα που έμαθα

να μεγαλώνω λουλούδια

και να τα ξεβοτανίζω

μου ’παν πως

μονάχα

βοσκός ή πρόβατο

μπορώ να γίνω.

Τίποτα άλλο.