Το σπίτι που ζούσαμε
ήταν ανάστατο,
λίγο ή πολύ δεν έχει σημασία.
Ένα παιδικό παιχνίδι εδώ,
Μια σελίδα πεταμένη εκεί.
Μια τρίχα ή ένας συνδετήρας
στις γωνίες ή τους αρμούς.
Ανάστατο από φωνές -κι ας ήταν παιδικές-
από οσμές -κι ας ήταν από το μαγείρεμα-.
Μια μέρα γύρισα στο σπίτι
και το βρήκα
στην εντέλεια, φτιαγμένο.
Κι όλοι τους έλειπαν, γυναίκα
και παιδιά, ο γάτος και τα καναρίνια.
Κι από εκείνη τη στιγμή κατάλαβα,
ότι ποτέ δε θα τους
ξαναδούν τα μάτια μου.
