You are currently viewing 0181 – Ομιλία στην παρουσίαση της 1ης ποιητικής συλλογής “Ίσκιος του Έρωτα”, Αθήνα, Εκδόσεις Όστρια, 2015

Αθήνα, Άνοιξη 2015

Φίλες και φίλοι!

Σας ευχαριστώ που είστε εδώ σήμερα, στην παρουσίαση της πρώτης μου απόπειρας, στον επίπονο και απαιτητικό χώρο της ποίησης, αυτής της ιδιαίτερης τέχνης του λόγου.

Το μεγαλύτερο μέρος της συλλογής αυτής είναι καρπός της περιόδου των φοιτητικών μου χρόνων στην Αθήνα, στο μεταίχμιο του περασμένου αιώνα και την ανατολή του τρέχοντος. Στη συνέχεια ακολούθησαν κάποιες λίγες απόπειρες τα επόμενα χρόνια, ενώ κάποια από τα ποιήματα της συλλογής είναι το απαύγασμα της σχετικής προσπάθειας τα τελευταία τρία – τέσσερα χρόνια. Από τα ποιήματα αυτά, κάποια είναι βιωματικά, εννοώ με την φυσική βίωση ενός σχετικού γεγονότος, όμως αυτά είναι πολύ λίγα. Τα περισσότερα προέρχονται από την πνευματική ή ορθότερα ψυχική βίωση γεγονότων παρμένων μέσα από ποικίλες εκφάνσεις της καθημερινότητας, της επιστημονικής προσέγγισης, των κοινωνικών αγώνων και ανησυχιών ενός λαού και μιας πάτριας γης, τόσο παρόντων και συνάμα τόσο «ασίμωτων» και τόσο μακρινών.

Το βιβλίο τιτλοφορείται «ίσκιος του έρωτα», καθώς θα πρέπει να θυμόμαστε ότι ποτέ μια ρόδινη σε όλα τα επίπεδα ζωή δεν φέρνει απαραίτητα την πραγματική χαρά, και καθώς ούτως ή άλλως τέτοια ζωή δεν πρόκειται να υπάρξει, η πραγματική χαρά, ο έρωτας για το κάθετι, είναι ένα βαθύτερο συναίσθημα και βίωμα που αποτελεί μίξη δοσίματος ψυχής και σώματος, εκεί που πρέπει και όσο πρέπει κάθε φορά, όσο κι αν η λέξη «πρέπει» δεν αρέσει στην σημερινή ιδιωτική ζωή που έχουμε επιλέξει πολλοί από μας. Πάντα αυτά τα πρέπει θα είναι εκεί να μας θυμίζουν την αιτία του ίσκιου στον έρωτα, στον κάθε έρωτα.

Φίλες και φίλοι, σκοπός της ποίησης είναι να εξυψώσει τον αναγνώστη λαό, έναν λαό που εν τέλει θα ’ναι εκείνος που θα μετρήσει την ποίηση, που θα μετρήσει και τους ποιητές. Όσο ο αγώνας της ζωής μας είναι καθημερινός, κι αυτό θα ναι έτσι για πάντα, τόσο και ο αγώνας της ποίησης θα είναι κι αυτός καθημερινός. Το ειδικό βάρος που αποκτούν σε μια δεδομένη χρονική στιγμή οι λέξεις ενός λαού, λέξεις σφιχταγκαλιασμένες με τις κοινωνικές μνήμες και μπολιασμένες από τις ιστορικές μνήμες ενός λαού, είναι εκείνες που διαμορφώνουν και τα μέσα του ποιητή. Υπό αυτήν την έννοια η κατανόηση και η στόχευση μιας δεδομένης «ποίησης» είναι πρωτίστως εθνική υπόθεση και έπειτα πανανθρώπινη. Κατά βάθος η ποίηση ενός λαού μετρά το ύψος του, την ψυχή του, και ευτυχώς σε όλες τις εποχές η ελληνική ποίηση ήταν, και είναι και σήμερα, από τις πλέον πρωτοπόρες και φωτεινές σε παγκόσμια κλίμακα.

Ο ελληνικός λόγος είναι ένα θαυμάσιο εργαλείο επικοινωνίας και μετάδοσης γνώσης, ένα εκπληκτικό μέσο απεικόνισης συναισθημάτων και βαθύτερων σκέψεων και πόθων, όμως πάνω απ’ όλα είναι ένα μέσο για την προσέγγιση του Άπειρου Λόγου, της κεκρυμμένης Αλήθειας, που είναι ανώτερη της κάθε γνώσης, της κάθε απαστράπτουσας ανθρώπινης νοησιακής έκλαμψης. Σε έναν κόσμο γύρω μας που έχει κατακλυστεί από άσημα και ασήμαντα πράγματα, ο ελληνικός λόγος παραμένει το λαμπερό χρυσάφι στην βοούσα νύχτα που φαίνεται να ’ρχεται απειλητικά για τους ανθρώπους, την οικονομία, τη δημοκρατία, τον πολιτισμό, το φως. Δε πιστεύουμε πια ούτε στον Θεό, ούτε στους ανθρώπους, μα ούτε και στον ίδιο μας τον εαυτό. Γίναμε δούλοι του εαυτού μας, λησμονήσαμε ότι θα έπρεπε να είμαστε κύριοι του εαυτού μας. Ξεχάσαμε πως εκείνος είναι το μέσον κι όχι ο σκοπός. Λησμονήσαμε ότι, οτιδήποτε πούμε να κάνει το σώμα, αυτό θα γίνει. Ό,τι πούμε στο πνεύμα, εκείνο θα το φτάσει. Μπορεί να το φτάσει. Ότι πούμε στην ψυχή, εκείνη θα θελήσει ανεπιφύλακτα.

Δυστυχώς η ποίηση στην Ελλάδα και παντού, έχει καταντήσει μια κλειστή υπόθεση «διά ολίγους κι εκλεκτούς» (σε εισαγωγικά οι λέξεις αυτές). Μακριά από τον λαό, ξέχωρα από το λαϊκό αισθητήριο, την λαϊκή σοφία και τις αγωνίες του κοινωνικού υποκειμένου, έχει καταντήσει μιαν ακόμα υπόθεση των πεφωτισμένων, του αποξενωμένου μιμητισμού ή της επιφοίτησης. Πολλοί υποστηρίζουν ότι πια δεν υπάρχει ποίηση, δεν υπάρχουν ποιητές. Ίσως αυτό να μην είναι η αλήθεια, ωστόσο αποτελεί μια πραγματικότητα πως η ποίηση δεν βρίσκεται στην ζωή μας, μέσα στην καθημερινότητα του πολίτη, καθώς δεν καλύπτει ψυχικές και πνευματικές αγωνίες και ανάγκες, και εν τέλει είναι αλήθεια ότι ποίηση διαβάζουν πια μονάχα όσοι ασχολούνται με την ποίηση… Το αναγνωστικό κοινό στη χώρα μας ενώ παραμένει κοντά στο βιβλίο, δε φαίνεται να προτιμά μια ποιητική συλλογή από ένα πεζογράφημα, με το πεζογράφημα να είναι κατά γενική ομολογία πιο εύπεπτο, και αυτό παρά την μεγάλη, ακόμα και σήμερα, ποιητική παραγωγή, πράγμα που είναι στ΄ αλήθεια οξύμωρο.

Αλλά όλες αυτές οι δυσμορφίες και οι παράταιρες αναλογίες, μάλλον έχουν την εξήγησή τους και μπορούν να αποδοθούν σε μεγάλο βαθμό στην ελλιπή γενική και ειδική παιδεία στη χώρα μας. Αποτελεί μια πραγματικότητα το γεγονός ότι, στην πατρίδα μας, η πολιτική ζωή για δεκαετίες, ίσως ακόμα και από την εποχή της Βαυαροκρατίας, ελέγχεται σε πολλαπλά επίπεδα από αλλότρια, κυρίως αγγλοαμερικανικά και γερμανικά, συμφέροντα. Για τον λόγο αυτόν, ποτέ δεν υπήρξε εθνικό όραμα για την πνευματική και πολιτιστική αναγέννηση του λαού της, ενός λαού καθημαγμένου από τον οθωμανικό ζυγό, το γιαταγάνι του οποίου ως νέο-οθωμανισμού, ακόμα υφίσταται ο ελληνισμός της Κύπρου αλλά και της ίδιας της Τουρκίας. Το οικοδόμημα του νεοελληνικού κράτους στήθηκε εξ αρχής σε παράταιρα θεμέλια, λες και προσπάθησαν διά της βίας να μας φορέσουν στο ελληνικό σώμα το ευρωπαϊκό κοστούμι, που ούτε μας ταίριαζε ούτε μας έκανε. Θυμίζω εδώ ότι ένα από τα πρώτα διατάγματα του Βαυαρού Βασιλιά Όθωνα ήταν να καταργήσει κάθε μορφή Κοινοτισμού, προωθώντας στη θέση του ένα συγκεντρωτικού τύπου κράτος. Ενός Ελληνικού Κοινοτισμού που αποτέλεσε το ζωντανό εκείνο κύτταρο που διέσωσε τον ελληνισμό διά πυρός και σιδήρου στους σκοτεινούς αιώνες που είχαν προηγηθεί! Όμως, ένα προτεκτοράτο, για ποιον λόγο να παράσχει παιδεία στους πολίτες, αναγκαία προϋπόθεση για την κατάκτηση των αρετών της δημοκρατίας, της ελευθερίας, της ισότητας και της δικαιοσύνης; Κι έτσι γίνεται κατανοητό γιατί απουσιάζει η παιδεία εκείνη που θα μάθει στον αυριανό πολίτη το μεγαλείο του κοινοτισμού, την αξία της τέχνης, το νόημα της ποίησης. Συλλογίζομαι μήπως κι εδώ που φτάσαμε μετά από δύο αιώνες νεοελληνικού κράτους να οφείλεται στις ισχυρές βάσεις που είχαμε αναπτύξει σαν γένος εν μέσω οθωμανικής δουλείας. Και δεν αναφέρομαι μόνο στον ελληνισμό του ελληνικού χώρου, αναφέρομαι συνάμα και στον ελληνισμό που διέπρεψε σε οικονομικό, κοινωνικό, πολιτισμικό, πολιτικό και διπλωματικό επίπεδο και στις τρεις μεγάλες αυτοκρατορίες της Ευρώπης την εποχή εκείνη, δηλαδή της Αυστριακής του Μέττερνιχ, της Οθωμανικής του Σουλτάνου και της τσαρικής και ομόδοξης Ρωσικής.

Φίλες και φίλοι, την ποίηση, με την ευρύτερη έννοια του όρου, μπορεί να την διακρίνει κανείς μέσα στην καθημερινότητα, στις εικαστικές εκφράσεις, στις τέχνες, μέσα στις διαπροσωπικές σχέσεις, μέσα στο κοινοτικό πνεύμα μιας πολιτείας. Όμως η ποίηση τούτη εδώ, του γραπτού λόγου, έχει μια διαφορά σε σύγκριση με όλες τις άλλες μορφές της. Είναι η τελική προσπάθεια γραπτής απεικόνισης του Απείρου Λόγου, που στόχο έχει να συμπυκνώσει και να συμπληρώσει το ακτινοβόλο καταστάλαγμα της ανθρώπινης διάνοιας, ψυχικής διάθεσης και εμπειρίας. Υπό την έννοια αυτήν, η ποίηση δεν είναι ή δεν πρέπει να είναι είδος πολυτελείας. Πρέπει να αποτελεί ένα από τα βασικά στηρίγματα του ταλαιπωρημένου ανθρώπου, ταλαιπωρημένου όχι με την έννοια των βασάνων της καθημερινότητας και της ζωής, αλλά του αποπροσανατολισμού από τον σκοπό της ζωής, της πλάνης από τις Σειρήνες των αλλότριων παθών. Η ποίηση πάνω απ’ όλα θα πρέπει να αποτελεί, κάτω από τις οποιεσδήποτε συνθήκες, το εφαλτήριο των νέων αγώνων για την κατάκτηση των νέων υψηλότερων κορυφών, το καταφύγιο των χαΐνηδων του λεύτερου πνεύματος, την φωτεινή διέξοδο στις μαύρες εποχές, το χρυσορυχείο των εραστών, το θεραπευτήριο των ψυχών, το καθαρτήριο της μοναξιάς του χαρακώματος.

Ιδιαίτερα η ποίηση στην ελληνική γλώσσα έχει το μοναδικό χαρακτηριστικό – προνόμιο να χρησιμοποιεί γραφικά στοιχεία, λέξεις και εκφραστικές μορφές που χρησιμοποιούνται χωρίς διακοπή τουλάχιστον 3 με 4 χιλιάδες χρόνια. Καμιά άλλη γλώσσα, σ’ ολόκληρο τον πλανήτη, δεν έχει τούτο το προνόμιο ενός τέτοιου απύθμενου εκφραστικού αρχέγονου πλούτου. Όμως έχει και ένα «μειονέκτημα» η γραφή στην γλώσσα του γένους μας. Ότι ενώ έχει έναν τέτοιο πλούτο, αυτός μένει «κρυφός και μυστικός» (οι λέξεις σε εισαγωγικά) εντός των Ελλήνων και όσων από τους αλλοδαπούς επέτυχαν ένα ορισμένο επίπεδο γνώσης της ελληνικής. Κατ’ αυτόν τον τρόπο η ελληνική γλώσσα παραμένει ένα είδος μυσταγωγίας, ένα είδος συμβολισμού των ορφικών ύμνων της αρμονίας, ένα είδος μαθηματικής αποκωδικοποίησης της σχέσης του ανθρώπου με τον Μεγάλο Γεωμέτρη του ελληνικού κόσμου, του σύμπαντος κόσμου. Έτσι η ελληνική ποίηση μοιάζει με εκείνα τα μικροσκοπικά ευωδιαστά ενδημικά φυτά που φύονται στις απόκρημνες ελληνικές πλαγιές, μα συνάμα και με τους γιγαντιαίους αγέρωχους πλατάνους που ορθώνονται στις πλατείες των ορεινών χωριών της πατρίδας μας, αποτελώντας έτσι ένα κάλεσμα για συνεύρεση, έλλογη και έναρθρη λογική επικοινωνία, αλληλοκατανόηση, αλληλοϋποστήριξη και σεβασμό του διαφορετικού.

Φίλες και φίλοι. Ζούμε σε μια εποχή που οι συμβολισμοί έχουν χάσει πια το νόημα τους. Σε μια καθημερινότητα όπου θεωρούμε, όσο κι αν ακούγονταν οξύμωρο στ΄ αυτιά των προγόνων μας, πως ότι βλέπουν τα σαρκικά μάτια μας και αντιλαμβάνεται η ανθρώπινη διάνοιά μας, αυτή είναι και η μοναδική αλήθεια. Όμως αυτό εμπεριέχει ήδη ψήγματα του επόμενου καταστροφικού νήματος, αυτό τις καταπάτησης των πανανθρώπινων όρκων προς τους Θεούς. Καιρός να θυμηθούμε τη γνώση των προ αιώνων παππούδων μας που γνώριζαν καλά πως 1+1 ΔΕΝ κάνει απαραίτητα 2, που κάτεχαν ότι στη ζωή ότι δώσεις θα πάρεις.

Εύχομαι η σελίδα της δρομολογούμενης, εσκεμμένης ή μη αδιάφορο, εκβαρβάρωσης και ηθικής και πνευματικής απονέκρωσης και ύπνωσης της ελληνικής κοινωνίας να γυρίσει σύντομα, με το δικό μας χέρι. Η καλλίπενθος οδός οδηγεί έξω και πέρα από κάθε κρίση όσο στυγνή κι αν είναι αυτή, αρκεί να υπάρχει θέληση, σωφροσύνη, πίστη και πάθος.

Εύχομαι καλή δύναμη και σας ευχαριστώ πολύ που με ακούσατε!