Θέλω να ’ρθεις μια μέρα
Που τα σύννεφα θα λείπουν
Κι ο αέρας θα ναι μακριά
κρυμμένος στην απλωταριά της δίνης του.
Να σου δείξω τη θυμέλη τω ονείρων
• είναι γεμάτη χόρτα άγρια κι αγκαθερά
δεν την βρίσκει κανείς εύκολα.
Να σου φανερώσω και τον ομφαλό τους
την κυρτή πορεία τους
• άλλοτε στο φως, άλλοτε στο ξεροβόρι.
Θα νοιώσεις απαλά τα ματωμένα γόνατα
που πέφτουν και σηκώνονται ξανά και ξανά.
Ίσως θελήσεις να ματώσεις
μα θα σου πω να προσέχεις
ας τ’ αφήσουμε για αύριο, έχει ο Θεός.
Μάταια, θα ’χει φανεί μιαν ηλιαχτίδα πορφυρή
του πρώτου ξημερώματος.
Και μόνος θα κατηφορίσω τον δρόμο,
πέτρες και χώμα και λίγα χλωμά
χορτάρια στη μέση
• για να θυμίζουν πως υπάρχει
και στην έρημο ζωή –
μέσα σε τούτη την αδιόρατη σιωπή.
