Του θέρους θυγατέρα εσύ
Και της ανάσας το λευκό
τρισάγιο καλωσόρισμα.
Του δικτάμου η τόλμη εσύ
και του ωκεανού τ’ αναφιλητά.
Θα κοιμίζεις κάθε βράδυ τα νοτισμένα σου όνειρα
• από τις νεφέλες που βούτηξαν στη γη –
και θα τα ξυπνάς αξημέρωτα για το στερνό μεροκάματο.
Ο μεσημεριανός ήχος της καμπάνας θα αναγγέλλει
την αμνηστία των ονείρων
όσα δαιμόνια κι αν αυτά φιλοξενούσαν.
Γιατί είσαι το θέρος
και το καρπούζι με τα μαύρα κουκούτσια
κι η αιτία που γελά το καταχείμωνο
κάθε βράδυ που εσύ ταξιδεύεις.
