0130 – Ώρες γυμνόστηθες
Ώρες γυμνόστηθες τ’ απομεσήμερου πνοές ήρθες να βυζάξεις στο μπαλκόνι της υπόσχεσης. Καβάλα στην γιορτινή ανία, σέρνοντας τα καμιόνια των ομώνυμων αναμνήσεων του δε θέλω τ’ ασήκωτα καλάθια αργοπεθαίνοντας…
Ώρες γυμνόστηθες τ’ απομεσήμερου πνοές ήρθες να βυζάξεις στο μπαλκόνι της υπόσχεσης. Καβάλα στην γιορτινή ανία, σέρνοντας τα καμιόνια των ομώνυμων αναμνήσεων του δε θέλω τ’ ασήκωτα καλάθια αργοπεθαίνοντας…
Οι λέξεις πότε-πότε σχηματίζουν γαλαξίες από κραυγές και πόθους. Κάτι αόρατες τεράστιες μαύρες οπές τις καταβροχθίζουν προτού εκφραστούν στης πλατείας το παζάρι. Οι περισσότεροι γαλαξίες Συνεχίζουν τον…
Έλεος! Ας βρεθεί κάποιος Χριστιανός να μου πάρει το στυλό. Άϊ-Γιώργη αφέντη μου κόψε στα δυο το πλαστικό συρίγγιο μελάνης μου. Να χαθεί, να τελέψει η αγωνία μου.…
Ήταν πρωί και τα χέρια στην θέση τους. Η καρδιά σφυρίζει τη φαλκονέρα της αργή πνοή. Στο σκαρί ένας φτιαγμένος ναύτης προσμένει την υποδούλωσή του …
Κανονικό πρωινό, δίχως ίχνος να λεκιάζει μεσημεριού την ενάτη του αλέκτορος˙ συμβεβλημένα με τη θλίψη χασμουρητά μας σήκωσαν στους θυσάνους της εξαϋλωμένης αορτής μας.
Ο Θεοφύλακτος που πάντα πρόσεχε τις λακκούβες με το νερό -ποιος δεν τις προσέχει;- υπερπήδησε τα φουρτουνιασμένα τους φρύδια πυρπόλησε τα ξόανα του χαλασμού τις συμπληγάδες των μαύρων…
Ο Misha το 1977 -χρονιά που γεννήθηκα- τιμήθηκε με λογοτεχνικό βραβείο. Τον τρίτο χρόνο του γάμου μας τον έθαψα στο λιβάδι με τις παπαρούνες. Δεν έκανα ποτέ εκταφή…