Μ’ είχες ρωτήσει τί να κάνω στη ζωή μου. Και σου ’χα πει αδιάφορα: Κάνε παιδιά… Κι έφυγες γελώντας. Όταν ξαναβρεθήκαμε είδα πως είχες κάνει πράξη εκείνο μου το λόγο. Μα εσύ επέμεινες και πάλι Τί να κάνω στη ζωή μου; Σου ’πα αδιάφορα, αγάπα τα παιδιά… Μ’ απάντησες, πιότερο από τα μάτια μου θαρρώ πως τ’ αγαπώ. Παράξενα ανέκφραστος, χλωμός, έφυγες μακριά. Δε σε ξανάδα από τότε. ή της χαράς θα βρήκες το λιμάνι ή σ’ έλιωσε η φλόγα της αγάπης.
