Ποτάμι, θάλασσα, λιμάνι ’γίναν ένα…
Στις αποβάθρες φιλοξενούνται οι μνήμες.
Μια από αυτές δε λέει να σαλπάρει,
μα είναι μονάχα μία, ευτυχώς.
Τείχη σιδερένια ψηλά, εγκιβωτίζουνε τις μνήμες μας
και τις ταξιδεύουν στο πλησιέστερο λιμάνι.
Τα νησιά, σημαδούρες που συναντάμε στις διαδρομές.
Σαν ξανοιχτούν στο πέλαγος
τα ετερώνυμα,
γραμμές των μακρινών ακτών,
χαράζουν διαφορετικές πορείες
πάνω στο σώμα σου, θάλασσά μου!
Το βράδυ άσε με να σε ψηλαφώ,
και το πρωί με το ξημέρωμα
ας κάνουμε έρωτα.
Γιατί η αλμύρα της θάλασσας κατατρώει,
όποιον με χαρά δεν την ερωτεύεται.
Η συγκίνησή μου σκέφτεται τον Οδυσσέα,
να σφίγγει τα δόντια
μη καταποντιστεί,
πιασμένος από ένα δρύινο οβάλ
λονδρέζικο τραπέζι.
Η συγκίνησή μου σκέφτεται
τον αγωγιάτη με το κάρο,
που τραβά ένα σκελετωμένο βόδι,
σε μια μακρινή επαρχία της ανατολής.
Η συγκίνησή μου,
ξελογιασμένη κι ανάλαφρη,
κρεμασμένη στις θύμησες.
Σ’ εκείνες τις αέναες,
που μοναχά μας απόμειναν, Ελένη,
κι αλίμονο σε κείνους που ξεχάσανε.
Θυμάμαι και θυμάμαι,
θυμάμαι θα πει σ΄αγαπώ…
Και κάποιοι άντρες παράξενα παιδιά,
μας θυμίζουν ότι κάποιοι τόλμησαν το αδύνατο,
κάποιοι τόλμησαν ν’ αγαπήσουν ως το τέλος
και στο τέλος του ταξιδιού.
Καλό ταξίδι my friend
Ποιός είναι εγώ, έρημος, σ’ αυτό το λιμάνι;
