You are currently viewing 0130 – Ώρες γυμνόστηθες

Ώρες γυμνόστηθες

τ’ απομεσήμερου πνοές

ήρθες να βυζάξεις στο

μπαλκόνι της υπόσχεσης.

Καβάλα στην γιορτινή ανία,

σέρνοντας τα καμιόνια των

       ομώνυμων αναμνήσεων

του δε θέλω τ’ ασήκωτα καλάθια

αργοπεθαίνοντας το θα στο παρελθόν

έμεινες να ψάχνεις κάποιαν ακτίνα,

ομφάλιος λώρος

για το λιόγερμα.

Δρέψε κατά κέρας τον διάφανο

                                  μανδύα μου,

άγγιγμα γυμνό κι αβέβαιο

με τα ρούχα του έρωτα

             στη νοτισμένη γυάλα τους.