Όσοι γεμίζαν τα σακιά
Απόκαμαν
και ξεκουράζονται στον ίσκιο.
Εγώ, με δυο-τρεις άλλους
τα φορτωνόμαστε στους ώμους
-από το πρωί το ίδιο τροπάρι-
και τ’ ανεβάζουμε λέει
στην κορυφή
-καλά μη γελάτε-
προς την κορυφή καλύτερα.
Βέβαια, έχουμε και τα δίκια μας.
Ο άνεμος απ’ την κορφή
στροβιλίζεται ίδιος χιονοστιβάδα
πάνω μας
και τα σακιά -τα σακιά!-
βρε ’σεις
τα σακιά είναι τρύπια!
Το φορτίο σώνεται στην ανηφοριά
κι ένας σωρός τα όνειρα
σπαρμένα καθ’ οδόν.
