Τί κι αν λείπεις από την αφετηρία του πήγαινε
και το πόστο του έλα.
Η παρουσία σου ορατή
κι αποσιωπητική,
τα σημάδια σου κόκκινα
κι ο καρπός που σε θυμήθηκε
σε περιμένει χλωρός στη δροσιά
της σιωπής.
Μακριά από σένα
πολύ,
έγνοιες που σφάλλουν
και σφαλούν τον χρόνο,
τον τεμαχίζουν και τον συμπιέζουν
μέχρι να βγάλει τα ρήματά του,
το λευκό του αιθέριο
και την γονυκλισία του απλησίαστου
μα σίγουρου ξημερώματος.
Είσαι στον αφρό και στ’ αγιάζι.
Στον αέρα που γνωρίζει να χτυπά τις αντένες και τα πτερύγια.
Που δε λιποψυχά στις χαμηλές θερμοκρασίες,
που δε νοιάζεται για μειωμένες ορατότητες και
παρόμοιες παιδικές ανησυχίες.
Είσαι μια πνοή που δε σηκώθηκε ακόμα,
γιατί ζεις όπου η ζωή αναπαύεται.
Στο μολύβι που δε φοβάται να γράψει.
Στην στρογγυλή σου αϋπνία.
Γιατί ζεις
και μιλάς με ψιθύρους, όταν ο θάνατος
παίζει πρώτο θέμα.
