Κι όμως δεν είχες φύγει.
Πώς να ντυνόσουν με ζευγάρια
που δε σου ’καναν
με ζακέτες που σε ’πνίγαν
κι ας
αναδείκνυαν το στήθος σου
ακατέργαστο βαμβάκι
στα ξεχασμένα εκκοκκιστήρια
της επαρχίας.
Πώς να μαγευόσουν
τους ιριδισμούς της σιωπής
πώς;
αφού το φως χορτάτο
αφού
κι ο ίσκιος ανύπαρκτος
ήταν.
