Ομιλία που έγινε την 3η Οκτωβρίου 2022 στον “Κήπο του Αλή Βαφή” στο Ρέθυμνο, στα πλαίσια των 10 χρόνων “Ημερών Ρεθύμνου”
Αιδεσιμότατε, κύριε Αντιδήμαρχε, κυρία Πρόεδρε του Λιμενικού Ταμείου Ρεθύμνης, κύριοι εκπρόσωποι των Αρχών του τόπου,
Φίλες και φίλοι,
Από την πρώτη μέρα που οι Οθωμανοί επιδρομείς επιδόθηκαν στην σταδιακή κατάληψη της μεγαλονήσου, το καλοκαίρι του 1645, μέχρι την τελευταία μέρα που αποχώρησαν από το νησί κι αυτό απέκτησε ξανά εθνική και θρησκευτική ομοιογένεια, φρόντισαν με τις ευλογίες του Σουλτάνου να οργανώσουν μια συστηματική προσπάθεια μεταστροφής του γηγενούς πληθυσμού στο Ισλάμ, τόσο στα αστικά κέντρα όσο και στην ύπαιθρο χώρα. Μεγάλα τμήματα του ντόπιου πληθυσμού για φορολογικούς κυρίως λόγους ασπάστηκαν το Ισλάμ. Πολλοί εξ αυτών παρέμειναν κρυπτοχριστιανοί, ενώ άλλοι απεμπόλησαν την όποια σχέση είχαν με την παλιά τους θρησκεία. Διόλου απίθανο λοιπόν, όπως εξάλλου έχει καταγραφεί και αλλού, ο Αλή Βαφής να ήταν απόγονος κάποιας κρητικής ή βενετικής οικογένειας που εξισλαμίστηκε.
Παράλληλα, η έλλειψη ελεύθερου χώρου στην πόλη του Ρεθύμνου, καθώς και η υψηλή υγρασία την καλοκαιρινή περίοδο που δημιουργούσε μια αποπνικτική ατμόσφαιρα εντός των τειχών, οδήγησε εύπορους μουσουλμάνους να αναζητήσουν θερινή κατοικία στα κοντινά χωριά, κυρίως στα χωριά του Βρύσινα και στου Μαρουλά. Η κατοικία αυτή εκτός του ότι θα αποτελούσε μια διέξοδο από την καθημερινότητα της πόλης, θα εξυπηρετούσε και ανάγκες γεωργικών προσόδων. Κατά κύριο λόγο την παραγωγή ελαιολάδου, κρασιού, ρακής και άλλων γεωργικών προϊόντων (ξερά και φρέσκα σύκα, σταφύλια, βρώσιμες ελιές, καθώς και μια πλειάδα άλλων φρούτων και λαχανικών).
Από την ανάπτυξη ακριβώς αυτών των καλλιεργειών, με κύριες συνιστώσες την ελαιοκαλλιέργεια και την αμπελοκαλλιέργεια, αρχής γενομένης από την βενετική περίοδο, αλλά και την περίοδο της τουρκοκρατίας ο Μαρουλάς θα εξελιχθεί σε ένα από τα πλουσιότερα χωριά της υπαίθρου.
Φίλες και φίλοι. Η παρούσα ομιλία δομείται σε δύο μέρη. Στο πρώτο θα γίνει μια κατά το δυνατόν σύντομη παρουσίαση του χώρου του Μαρουλά, των γαιών, των ιδιοκτητών και του μουσουλμανικού στοιχείου εν γένει του χωριού, ενώ στο δεύτερο θα επικεντρωθούμε στο πρόσωπο του Αλή Βαφή και στη σχέση του με το χωριό.
Α΄ Μέρος
1. Γενικά Στοιχεία
Η ιστορική περίοδος κατάκτησης της γεωγραφικής έκτασης του Μαρουλά από τους Οθωμανούς, που ξεκινά στα 1645, αντιφεγγίζεται και στα αγροτικά τοπωνύμια που έχουν διασωθεί και χρησιμοποιούνται μέχρι σήμερα και που ως γνωστόν αποτελούν πηγές γνώσης και πληροφοριών εκάστου τόπου. Χαρακτηριστικά εξ αυτών είναι το σύνηθες τοπωνύμιο Μεζάρια, που αποτελούσε την θέση του νεκροταφείου των μουσουλμάνων του Μαρουλά (mezar ο τάφος και mezarlik το μουσουλμανικό κοιμητήριο), καθώς και το τοπωνύμιο Μπαϊράμης (στον ή στου) που παραπέμπει στις μεγάλες θρησκευτικές γιορτές των μουσουλμάνων που φέρουν αυτό το όνομα («Κουρμπάν-Μπαϊράμ», «Ραμαζάν-Μπαϊράμ»).
Αλλά και εντός του οικισμού τοπωνύμια όπως «Στου Κεμάλ(η) Μπέη», «Στην Πελίτισα (ή Μπελίτισα) στέρνα», «Στου Βαφή», «Στου Λαχουρή», παραπέμπουν άμεσα στους ιδιοκτήτες οικιών ή ελαιοτριβείων ή σε έργο δημόσιας χρήσεως.
Οι βιαιοπραγίες για την κατάκτηση της περιοχής από τους Οθωμανούς, σε συνδυασμό με φαινόμενα μετακίνησης Χριστιανών κατοίκων του Μαρουλά στο στρατόπεδο των Βενετών, καθώς και ατομικών εξισλαμισμών, αποτελούν μια εξήγηση γιατί μόλις 14 χρόνια από την κατάκτηση της περιοχής, το 1659, οι Μουσουλμάνοι κάτοικοι του Μαρουλά είναι περισσότεροι από τους Χριστιανούς[1].
Ωστόσο, αξίζει να σημειώσουμε και τούτο: ενώ το χωριό ήταν πλούσιο και τις μεγαλύτερες εκτάσεις της αγροτικής του περιφέρειας κατείχαν οι Οθωμανοί και παρά την ύπαρξη του μεγάλου πύργου του Μαρουλά (που λειτουργούσε κατά περιόδους ως χώρος στρατωνισμού), εν τούτοις το πατριωτικό φρόνημα των κατοίκων ήταν τόσο ισχυρό, ώστε σε κανένα σημείο της οθωματοκρατίας δε μπορεί κανείς να ισχυριστεί ότι ο Μαρουλάς τουρκοκρατείτο[2].
2. Κτηματολογικά στοιχεία
Για την πρώιμη περίοδο της κατάκτησης του Ρεθύμνου από τους Τούρκους, υπάρχει το εξαιρετικού ενδιαφέροντος κατάστιχο ΤΤ822[3] του Οθωμανικού Αρχείου Κωνσταντινούπολης, που αναφέρεται στο κτηματολόγιο του Σαντζακίου (Νομού) Ρεθύμνου. Η εν λόγω απογραφή διενεργήθηκε αμέσως μετά την ολοκληρωτική κατάληψη του νησιού από τους Οθωμανούς, γύρω στη δεκαετία του 1670.
Στο Κατάστιχο δεν καταγράφονται οι κάτοικοι των αντίστοιχων περιοχών, αλλά οι ιδιοκτήτες γης στην εκάστοτε περιοχή. Για τον λόγο εξάλλου αυτό εμφανίζονται στο κτηματολόγιο αρκετών χωριών και τα ονόματα μοναστηριών ως κάτοχοι κτημάτων στις περιφέρειες αυτών[4].
Στο εν λόγω Κατάστιχο καταγράφονται στον Μαρουλά 105 ιδιοκτήτες[5]. Από αυτούς περίπου οι 4 στους 10 είναι μουσουλμάνοι (ίσως Κρήτες εξωμότες) και οι 6 στους 10 χριστιανοί.
Επιπλέον εμφανίζονται οι ιδιοκτησίες στα Μετόχια του Μαρουλά. Αναφέρονται τα εξής μετόχια: τα Κουρτικιανά[6], η Γουμάντρα[7], η Αμυγδαλέα[8], η Συκιά και τα Πλατάνια (με τα δύο τελευταία να αποτελούν σουλτανικά χάσια, απέδιδαν δηλαδή φόρο κατευθείαν στον Σουλτάνο)[9].
Στην περιοχή του Μαρουλά και των Μετοχίων αυτού φύονται συνολικά, στο δεύτερο μισό του 17ου αιώνα, πάνω από 7 χιλιάδες ελαιόδεντρα, αριθμός αξιοπρόσεκτος[10], ενώ εμφανίζονται επιπρόσθετα ποικίλες αγροτικές παραγωγές (λαχανόκηποι, αμπέλια κτλ.).
Εάν οι πρόσοδοι των εκάστοτε μετοχιών αθροιστούν μαζί με εκείνες των χωριών στα οποία υπάγονταν τότε, στα συνολικά 59 χωριά του Ναχιγιέ (Επαρχίας) Ρεθύμνου, ο Μαρουλάς κατατάσσεται στην 1η θέση, αποδίδοντας φόρο 89.700 άσπρα. Ο φόρος αυτός προέρχεται συνολικά από 1.653 χωράφια (τσερίπια), 7.075 ελαιόδεντρα, 193,5 τσερίπια αμπελώνων και 530 ακαλλιέργητες γαίες (βοσκότοπους).
3. Μουσουλμάνοι του Μαρουλά
Οι μουσουλμάνοι του Μαρουλά ήταν θα λέγαμε δύο κατηγοριών. Πρόκειται για τους φτωχούς ως επί το πλείστον Τουρκοκρητικούς από τη μια, και τις ισχυρές οικογένειες του Ρεθύμνου από την άλλη. Οι τελευταίες είχαν στην κατοχή τους μεγάλες εκτάσεις στου Μαρουλά, καθώς και τα παραγωγικά μέσα και εφόδια (πατητήρια, φάμπρικες, στέρνες, βοσκοτόπια, ελαιόδεντρα, σιτοχώραφα, αμπελώνες, πλήθος υποζυγίων και εργατών κτλ.).
Τρεις από τις πλέον επιφανείς οικογένειες Μουσουλμάνων του Ρεθύμνου, στις αρχές του 20ου αιώνα, είχαν σχέση με το χωριό. Οι οικογένειες αυτές ήταν οι: Χατζημπεκηράκι[11] (σημερινή οικογένεια Balin[12]), Ουσταδάκη (σήμερα Üstay) και Σελλιανάκη (σήμερα Vafi). Έχει εξαιρετικό ενδιαφέρον να τονίσουμε τέσσερα βασικά χαρακτηριστικά των οικογενειών αυτών, τα οποία είναι 1. εφαρμόζουν την μονογαμία, 2. αποκτούν αρκετά τέκνα, 3. καταναλώνουν αλκοόλ σε αντίθεση με ότι πρεσβεύει η μουσουλμανική θρησκεία και 4. όχι σπάνια εμφανίζονται επιμιξίες μεταξύ των μελών τους[13]. Επιπλέον αρκετά μέλη των οικογενειών δείχνουν μια θετική στάση απέναντι στον Χριστιανισμό, αν δεν τον ασπάζονται κιόλας[14].
Το χωριό του Μαρουλά «απετέλει προσφιλή διαμονήν βέηδων επί τουρκοκρατίας, λόγω φυσικών καλλονών και κλίματος», όπως χαρακτηριστικά αναφέρει η Εγκυκλοπαίδεια Μαρτίνου[15]. Ωστόσο πέραν των μπέηδων και των αγάδων ζούσαν σε αυτό και απλοί μουσουλμάνοι, που ασκούσαν το επάγγελμα του γεωργού ως επί το πλείστον[16]. Μας έχουν διασωθεί αρκετά ονόματα, ιδιαίτερα από την τελευταία περίοδο παρουσίας μουσουλμάνων στο χωριό. Γνωστό είναι επίσης ότι ορισμένοι μουσουλμάνοι του Μαρουλά διακρίνονταν για την αγριότητά τους, «σιχαμερές υπάρξεις» τους χαρακτηρίζει ο ιστορικός Βασίλειος Ψιλάκης. Αναφέρει χαρακτηριστικά τον Καζιξή και τον Κούκουρο, ως δύο από τους πιο αιμοβόρους μουσουλμάνους του Μαρουλά[17]. «Ο Κούκουρος και άλλοι εις Μαρουλάν και οι ονομαστοί Καζιξήδες,…..διέπραξαν έργα σατανικώτερα και από του σατανά, τα οποία παρουσιάζουν και μίαν σκληράν κωμικήν πικρίαν. Το απλούστερον και αθωότερον από αυτά ήταν η απειλητική αποστολή ενός φυσεκίου, τυλιγμένου εις το μανδήλι, και τούτο διά να λάβουν χρήματα ή να τους παραχωρηθή κάποιον κτήμα…»[18].
Επιπλέον, πολλοί μουσουλμάνοι ιδιοκτήτες κτημάτων και οικιών στο Μαρουλά, επισκέπτονταν το χωριό μονάχα για παραθερισμό και ανάπαυση, ενώ διέμεναν μόνιμα στο Ρέθυμνο ή ακόμη και πιο μακριά, συχνότατα στα Χανιά.
Σε αποφάσεις της Επιτροπής Αποκαταστάσεως Προσφύγων (Ε.Α.Π.) των ετών 1925-1932, που είχε ως αποστολή την αξιοποίηση και διανομή των μουσουλμανικών ιδιοκτησιών που έμειναν «ορφανές» μετά την Ανταλλαγή των Πληθυσμών, συναντούμε πλήθος μουσουλμανικών ονομάτων[19]. Επιγραμματικά αναφέρουμε κάποια από τα ονόματα των ιδιοκτητών κατοικιών και κτημάτων στο χωριό: Αλή Κουκλάκης, Κεμάλ Ουσταδάκης[20], Αλή Πατριδάκης, Μεχμέτ Πατριδάκης, Χαιδέρ Χατζημπεκιράκης, Χασάν Σμυρλιδάκης, Ιβραήμ Περισάκης, Οσμάν Καρατζεδάκης, Δερβίς Αλή Καραβιτάκις, Χασάν Ισμαηλάκης, Αχμέτ Τσενουδάκης, Ιζέτ Μπαονάκις, Αδηλέ Κρασοπούλα χήρα Ραχμέτ Αλεμταράκι. Οι περισσότεροι από αυτούς τους Μουσουλμάνους, που εμφανίζονται να κατέχουν κτήματα στο χωριό του Μαρουλά, διέμεναν στην πόλη του Ρεθύμνου.
Β΄ Μέρος
Ο προύχοντας Αλί Βαφί Εφέντι Σελιανάκις[21]
Ο Αλή Βαφή Σελλιανάκης (Αλί Βαφί Εφέντι[22] Σελιανάκις) ήταν ένας προβεβλημένος προύχοντας, επιχειρηματίας και πολιτικός άνδρας του Ρεθύμνου.
Μεταξύ των άλλων οικημάτων που είχε στην κατοχή του ο Σελλιανάκης, ήταν και ένα μεγαλοπρεπές κονάκι στου Μαρουλά. Αυτό διασώζεται μέχρι σήμερα και βρίσκεται στην συνοικία «Στου Βαφή» στα βορειοανατολικά του οικισμού. Πρόκειται για την γειτονιά πλησίον του σημερινού νηπιαγωγείου του χωριού όπου ήταν η εξοχική κατοικία του ισχυρού παράγοντα του Ρεθύμνου Αλή Βαφή Σελλιανάκη. Το μέγαρο αυτό διέθετε εκτός από την βασική οικία, εγκαταστάσεις παραγωγής ελαιολάδου, στέρνα μετά κουβουκλίου για την συλλογή του βρόχινου νερού, αυλές, αποθήκες, κελάρια, αχυρώνα και χώρους σταυλισμού των ζώων, ενώ στην αγωγή που κατέθεσαν πριν λίγα χρόνια οι εγγονές του Αλή Βαφή, αναφέρονται χαρακτηριστικά και η ύπαρξη τεσσάρων δέντρων πορτοκαλιάς και μια καρυδιά. Σήμερα το ενιαίο σύνολο έχει κατατμηθεί σε επιμέρους οικίες, με το κεντρικό κτίσμα να έχει πωληθεί πριν χρόνια σε υπήκοο Βελγίου, κι ο οποίος το έχει ανακαινίσει και μετασκευάσει σε τουριστικό κατάλυμα.
Επιπλέον, ο Βαφής εμφανίζεται ως ιδιοκτήτης δύο ακόμα σπιτιών στου Μαρουλά, με κουζίνα, στέρνα, αχυρώνα, αυλή και φούρνο, καθώς κι ενός ακόμη σπιτιού στον Πλατανέ με αυλή, αχυρώνα και πηγάδι, κι ενός καφενείου επίσης στον Πλατανέ που συνορεύει με δρόμο και με χωράφι του ίδιου, του Αλή Βαφή, καθώς και δύο περιβολιών και ενός αμπελώνα, όλα αυτά στην περιοχή του Πλατανέ που ήταν ο κάμπος του Μαρουλά την εποχή εκείνη.
Έχει ενδιαφέρον η ακρίβεια, ή η αίσθηση ακρίβειας που θέλουν οι ενάγουσες να προσδώσουν στην αγωγή τους, όπου για παράδειγμα αναφέρουν σχετικά με ένα από τα προαναφερθέντα σπίτια του Αλή Βαφή. Λένε χαρακτηριστικά, ότι πρόκειται για:
«Μια οικία μέσα στο χωριό Μαρουλάς που αποτελείται από μία αυλή με μία νερατζιά με μία δεξαμενή, ενός φουρνόσπιτου, ενός στάβλου, ενός αχυρώνα, δύο αποθηκών, ενός περιβολιού, μιάς λεμονιάς και μιάς δεξαμενής , ενός ελαιοτριβείου με δύο πόρτες, ενός μαγαζιού, μίας φάμπρικας.» κοκ.
Στου Μαρουλά επίσης ο Αλή Βαφή είχε στην κατοχή του μεγάλες εκτάσεις με ελαιόδεντρα[23]. Υπάρχουν συμβολαιογραφικές πράξεις που αποδεικνύουν το τεράστιο μέγεθος της περιουσίας του στον Μαρουλά. Λιόφυτά του υπήρχαν σε πολλές αγροτικές θέσεις, απ’ τον Άι Γιώργη, πλησίον της οδού που συνδέει την πόλη με το Αρκάδι, μέχρι τον Κορακιά, στην περιοχή του Μαρουλιανού φαραγγιού και της περιοχής που έχει χαρακτηριστεί NATURA 2000.
Λέγεται ότι κάθε χειμώνα ομάδα 40-60 γυναικών αναλάμβανε το έργο της συλλογής του ελαιοκάρπου στα κτήματα του Σελλιανάκη. Μάλιστα η παράδοση αναφέρει ότι σε αυτόν κατά πάσα πιθανότητα οφείλεται και η έκφραση: «Άδελε, Πηγή και Λούτρα, και στη μέση ο Μαρουλάς» στην οποία θα αναφερθούμε στην συνέχεια. Ο Σελλιανάκης λοιπόν, εκτός από το κονάκι και τα σπίτια που είχε στου Μαρουλά, είχε και τεράστιες εκτάσεις γης στην κατοχή του, εκτάσεις που άλλες θα διανέμονταν ή θα πουλιόνταν από την Επιτροπή για τους Πρόσφυγες και άλλες θα καταπατούνταν από Χριστιανούς μόλις ο Σελλιανάκης θα αποχωρούσε από την Κρήτη περίπου το 1924[24]. Να σημειώσουμε εδώ ότι ο Σελλιανάκης έδωσε σκληρό δικαστικό αγώνα εναντίον του Ελληνικού Δημοσίου[25]. Παρόλα αυτά δεν κατάφερε να πείσει τους δικαστές με αποτέλεσμα ο μεγάλος προύχοντας να αφήσει μια για πάντα την κολοσσιαία περιουσία του στο Ρέθυμνο και να πάρει το δρόμο της προσφυγιάς.
Επίσης, από μια σειρά συμβολαιογραφικών εγγράφων του Αλή Βαφή προκύπτει ότι στου Μαρουλά, στις τεράστιες εκτάσεις γης που κατείχε, υπήρχαν καλλιεργήσιμα, ποτιστικά και ξηρικά γεωτεμάχια, με αναρίθμητα ελαιόδεντρα και μικρότερες εκτάσεις για την καλλιέργεια δημητριακών, αλλά και άλλα παραγωγικά δέντρα όπως συκιές, αμυγδαλιές, καρυδιές, χαρουπιές κλπ[26].
Πιο συγκεκριμένα σε πωλητήριο συμβόλαιο[27] του 1904 συνοψίζονται πολλά ακίνητα του Βαφή Σελιανάκη. Συγκεκριμένα αναφέρονται 45 αγροί σε διάφορες αγροτικές θέσεις, πολλές εκ των οποίων ανήκουν στην αγροτική περιφέρεια του Μαρουλά. Μερικά εξ αυτών είναι η Πλακωτή Πεζούλα, η Βρύση, το Μεσονήσι, ο Τζελεπής, η Γραδιά, ο Κάτω Αι-γιώργης, τα Κουρτικιανά, η Μακρέ Πεζούλα, ο Σκουτζοτζανής, ο Σωτήρας Χριστός, ο Απάνω Λαδάς, η Πλάκα, η Αμπέλα, τα Φυλαδιανά, του Φυλίμου τ΄Αλώνι, ο Κουμέσος, ο Κορακιάς, ο Μαντρατζής κ.ά.
Ωστόσο παρά τις πωλήσεις στις οποίες είχε προχωρήσει ο Αλή Βαφής, ακόμα και το 1922 κατείχε μεγάλες ιδιοκτησίες και ποικίλα εισοδήματα. Το με ημερομηνία σύνταξης 18 Οκτωβρίου 1922 επίσημο πρακτικό του Ιεροδικείου Ρεθύμνης, όπου φέρει και την επίσημη σφραγίδα του, αναφέρει στην κατοχή του Αλή Βαφή 33 χωράφια, στην περιοχή του Μαρουλά τα περισσότερα (γύρω στα 25 με συνολική έκταση στου Μαρουλά στα 485 στρέμματα). Παρατηρούμε λοιπόν μια εμφανή μείωση των αγρών του Βαφή μεταξύ των ετών 1904 και 1922 αποτέλεσμα της Ένωσης της Κρήτης με τη μητέρα πατρίδα και της σταδιακής δικής του μετακίνησης προς την Κωνσταντινούπολη.
Τα γεωτεμάχια του Αλή Βαφή πέρασαν στο ελληνικό κράτος και άλλα από αυτά αγοράστηκαν από γηγενείς μαρουλιανούς, ενώ άλλα δόθηκαν ως κλήρους σε πρόσφυγες από τη Μικρά Ασία που εγκαταστάθηκαν στην περιοχή μετά την αναγκαστική Ανταλλαγή. Στο βιβλίο των Εφέδρων Πολεμιστών Ν. Ρεθύμνης «Κτήματα-Ακίνητα, Κτηματολόγιο β.2 (1927-1929)», που υπάρχει στα Γ.Α.Κ. Τμήμα Ρεθύμνης, αναφέρονται τα ονόματα 57 προσφύγων που μοιράστηκαν κτήματα του Αλή Βαφή στου Μαρουλά.
Για να έχουμε μια συνοπτική εικόνα του μεγέθους της περιουσίας που διατηρούσε ο Αλή Βαφή Σελλιανάκης στου Μαρουλά, και βασιζόμενοι στις αντικειμενικές αξίες όπως αυτές εκτιμώνται στην αγωγή, διαπιστώνουμε ότι σε αξία, το 30 % της συνολικής περιουσίας του Βαφή βρίσκονταν στο χωριό του Μαρουλά. Πιο συγκεκριμένα, στην αγωγή, η ακίνητη περιουσία του Βαφή αποτιμάται εν συνόλω στα 65 εκ. ευρώ περίπου, ενώ η αξία της περιουσίας του στου Μαρουλά στα 19,5 εκ. ευρώ. Δηλαδή η μαρουλιανή περιουσία του καταλάμβανε ένα ποσοστό 30 % επί της συνολικής, ποσοστό εξαιρετικά υψηλό αν αναλογιστεί κανείς την ύπαρξη του κεντρικού κονακιού του στο Ρέθυμνο, πρόκειται για το κτίριο στο οποίο σήμερα βρισκόμαστε, καθώς και του σαπωνοποιείου.
Αλλά ας αφήσουμε πίσω μας τους αριθμούς, κι ας δούμε πως εξιστορεί τις αναμνήσεις του από την παρουσία των Μουσουλμάνων στου Μαρουλά, «χωρίς εμπάθεια και με ήθος παλιού Κρητικού», όπως χαρακτηριστικά παρατηρεί η αείμνηστη Μαρία Τσιριμονάκη[28], ο 93χρονος (το έτος 2000) Ανδρέας Βασιλακάκης.
«Θυμούμαι καλά,» λέει, «τσοι Τούρκους, που είχανε εξοχικά στο χωριό μας. Θυμούμαι τον Κεμαλ Μπέη, που έπινενε τεράστιες ποσότητες ούζο. Κανένα άλλο πιοτό. Ουζοπότης που δεν ήτονε άλλος έπαε γύρω.
Αυτοί εκρατούσανε κολοσσιαίες περιουσίες και είχανε ανάγκη από εργατικά χέρια. Εμείς εδώ στο χωριό εζούσαμε με τα τουρκάκια. Δεν εγνωρίζανε τα κακορίζικα αυτά Τούρκικα. Μόνο Κρητικά όπως εμείς. Εννοώ τα φτωχοτουρκάκια που ζούσανε στο χωριό. Άκουγα για το Χαϊντέρ πως ήτονε πολύ μεγάλος κτηματίας και πονόψυχος άνθρωπος. Εδώ είχενε σπίτι και ο Αλή Βαφής.
Πριν από μερικά χρόνια εκάθουμουνε και διάβαζα κι ήρθανε στην πόρτα μου μπροστά δυο άντρες και δυο γυναίκες. Με χαιρετίξανε οι αθρώποι και με ρωτήξανε για του Βαφή την οικογένεια.
– Μπορώ να σασε πω ως παιδί τι θυμάμαι και σεις θα κατατοπιστείτε: Είχανε μια αράπισσα και φύλαενε δυο παιδιά. Τα παιδιά ήτονε ξανθά, και τα φρύδια τονε και τα μαλλάκια τονε ήτονε κάτασπρα σα το μπαμπάκι. Πρέπει να τα ενοχλούσε ο ήλιος.
Και μου λέει μια γυναίκα: – «Θυμάσαι την πραγματικότητα. Η γιαγιά μου ειν’ αυτή. Η αράπισσα που τα ’βγανε στο δρόμο».
Επιπλέον, αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι ο Αλή Βαφής κατάφερνε να συνδυάζει την επιχειρηματική του δραστηριότητα με αυτή του πολιτικού και δημόσιου άνδρα. Ο Βαφής ως πολιτικό δημόσιο πρόσωπο συμμετείχε σε αρκετές επιτροπές του Δήμου που ως αντικείμενό τους είχαν τη λήψη αποφάσεων κατεδάφισης κτιρίων για τη διάνοιξη μεγαλύτερων οδών, την επισκευή και συντήρηση δρόμων και γεφυρών κ.ά. Ήταν, θα λέγαμε σήμερα, ένας σύμβουλος επί των δημοτικών έργων. Στην πενταμελή επιτροπή, για παράδειγμα, που διορίστηκε στις 13/12/1898 και η οποία πραγματοποίησε αυτοψία στις 3/1/1899, με σκοπό την «παραλαβή» της επιδιορθωμένης γέφυρας του Πλατανέ, γνωστή και ως Μαρουλιανή Καμάρα, καθώς η περιοχή αυτή την εποχή εκείνη ανήκε στην περιφέρεια του Μαρουλά, ο Σελλιανάκης ήταν ένα από τα μέλη της[29]. Η επισκευή της γέφυρας του Πλατανέ κόστισε στην Δημοτική Αρχή περίπου 10.000 γρόσια[30] και έγινε από τον μηχανικό Μιχαήλ Σαββάκη[31].
Επ’ ευκαιρία και με την αναφορά αυτή, θα ήθελα να κρούσω τον κώδωνα του κινδύνου και να απευθύνω από εδώ σήμερα έκκληση προς την Δημοτική Αρχή του τόπου, την αρχαιολογική υπηρεσία του Ρεθύμνου και προς κάθε υπεύθυνο και εμπλεκόμενο με την συντήρηση της Μαρουλιανής Καμάρας, να ληφθούν άμεσα μέτρα και να γίνουν οι απαραίτητες εργασίες συντήρησης αυτού του μνημείου της βενετικής περιόδου, καθώς υποθέτω ότι από την εποχή του Αλή Βαφή και μετά, πάνε 120 χρόνια από τότε, ενδέχεται να μην έχει ληφθεί κάποια πρόνοια για τη συντήρηση της γέφυρας. Αυτό ως παρένθεση.
Ο Σελλιανάκης, όπως χιλιάδες άλλοι Μουσουλμάνοι της Κρήτης, πήρε σε λίγο καιρό τον δρόμο της προσφυγιάς, αφού πούλησε όσο-όσο αρκετά από τα υπάρχοντά του προκειμένου να φύγει για την Τουρκία. Όμως δεν ξέχασε την κρητική ντοπιολαλιά και δεν έπαψε ν’ αγαπά τον τόπο που έζησε. Ίσως κάποιες φορές να θυμόταν τους απέραντους ελαιώνες του και τα μεγαλεία που είχε στο Ρέθεμνος και να δάκρυζε, όμως το ήξερε πως αυτά ήταν πια παρελθόν. Πέθανε δύο μόλις χρόνια μετά την οριστική απόφαση του Ελληνικού Κράτους να του αρνηθεί κάθε δικαίωμα επί της περιουσίας στην Κρήτη. Κληροδότησε ωστόσο στα παιδιά του την κρητική διάλεκτο και την αγάπη για το νησί. Ένας του γιος, μετά από πολλές δεκαετίες, σαν έφτασε στου Μαρουλά και είδε αλλοδαπούς να έχουν αγοράσει σπίτια στο χωριό, αναφώνησε δυσαρεστημένος: «Ήντα γυρεύουνε τουτοινέ οι ξενομπάτηδες επαδά;» (Τι δουλειά έχουν αυτοί οι ξένοι εδώ;), θεωρώντας φυσικά τον εαυτό του γηγενή.
«Άδελε, Πηζή τσαι Λούτρα τσαι στη μέση ο Μαρουλάς…»
Έχει ενδιαφέρον ν’ αναφέρουμε πως προέκυψε η έκφραση αυτή[32]. Πρόκειται για ένα τοπικό λογοπαίγνιο με τα ονόματα των τεσσάρων γειτονικών χωριών.
Μια μέρα, οι παραδουλεύτρες του Αλή Βαφή μαγείρευαν κουκιά για τις μαζώχτρες. Αφού τα έφτιαξαν και τα έβαλαν σε μια μεγάλη λεκανίδα, πιάνει ο Βαφής το δοχείο με το λάδι κι αρχίζει να λαδώνει το φαγητό. Περιμετρικά στάζει από τρεις μικρές ποσότητες λαδιού σε τρία σημεία λέγοντας κάθε φορά και το όνομα ενός χωριού (Άδελε… Πηγή… και Λούτρα…), κι αμέσως μετά προσθέτει άφθονο λάδι στη μέση αναφωνώντας χαρούμενος «… και στη μέση ο Μαρουλάς!» θέλοντας να δείξει τη διαφορά των χωριών στην παραγωγή ελαιολάδου και φυσικά και των δικών του κτημάτων.
Φίλες και φίλοι, Κλείνοντας, θα ήθελα από το φιλόξενο τούτο βήμα, να επισημάνω την επικίνδυνη τροχιά στην οποία έχουν βάλει τη γειτονική χώρα, ο κωμικοτραγικός, χυδαίος, προκλητικά ψευδολόγος και καταφανώς φοβισμένος Ερντογάν και το τουρκικό πολιτικοστρατιωτικό και ισλαμικό κατεστημένο. Με πράξεις, δηλώσεις και κάθε μέσο, συμβατικό και υβριδικό, απειλούν την πατρίδα μας και τον ελληνικό λαό, λες και δε γνωρίζουν ιστορία και τον τρόπο που αντιστέκονται οι Έλληνες και οι Ελληνίδες όταν απειληθούν τα κυριαρχικά δικαιώματα της πατρίδας και τα εδάφη μας. Είναι προφανές ότι η γείτονα χώρα έχει εισέλθει σε μια τραγική για την ύπαρξή της φάση, απομονώνεται καθημερινά ολοένα και περισσότερο, η οικονομία της καταρρέει και θέλει με ανυπόστατα επιχειρήματα να παρατείνει τον τραγικό της επίλογο. Ευτυχώς, οι ελληνικές πολιτικές, διπλωματικές και στρατιωτικές δυνάμεις και οι θεσμοί που μας εκπροσωπούν ή συμμετέχουμε διεθνώς, έχουν σταθεί στο ύψος των περιστάσεων και ο λαός δείχνει καθημερινά ότι είναι έτοιμος να αντιμετωπίσει το οποιοδήποτε σενάριο ενδέχεται να ξεδιπλώσουν οι αιμοσταγείς γείτονές μας. Να ευχηθούμε να αποφευχθεί μια πολεμική περιπέτεια που θα ισοπεδώσει την Τουρκία και θα καταστρέψει την ελληνική οικονομία, αλλά αν απειληθούμε το μόνο σίγουρο είναι ότι θα πάρει το απολυταρχικό καθεστώς της Άγκυρας την ολοκληρωτική απάντηση που του αρμόζει, για όσα έχει πράξει τα τελευταία 100 χρόνια στον λαό μας και τα εδάφη μας. Η τουρκική ιστορία είναι γεμάτη από σφαγές και γενοκτονίες. Έλληνες, Αρμένιοι, Πόντιοι, Κούρδοι είναι μόνο λίγες από τις εθνότητες που έχουν υποστεί τον τουρκικό εθνικισμό στο πετσί τους. Ας ευχηθούμε οι συμμαχικές δυνάμεις να είναι παρούσες το επόμενο διάστημα στην ευρύτερη περιοχή και να δουν με περισσότερο ευνοϊκό μάτι το ενδεχόμενο δημιουργίας Κουρδικού κράτους, ενός λαού 40 εκατομμυρίων που στα χέρια των Τούρκων έχει υποστεί τα πάνδεινα και που δεν έχει ακόμα εστία. Οι Τούρκοι εν τέλει να συνειδητοποιήσουν ότι όταν απασφαλίζεις πρέπει να γνωρίζεις από πριν που να πετάξεις την χειροβομβίδα, ειδ’ άλλως θα γίνεις ο ίδιος το θύμα της.
Φίλες και φίλοι, Σε μια ιστορική περίοδο που ο κατακτητικός τουρκικός εθνικισμός σηκώνει ξανά κεφάλι, ζωτική παράμετρος, η κατάκτηση, της συντήρησης του ασιατικού αυτού έθνους, θα πρέπει να έχουν γνώση οι φύλακες και να επαγρυπνούμε, διαφυλάσσοντας με κάθε μέσο την ακεραιότητα της πατρίδας, την τιμή του γένους και το ελληνικό κοσμοσύστημα αξιών που δομεί τον πολιτισμό όπου γης.
Σας ευχαριστώ πολύ για την προσοχή σας!
Με τιμή,
Δρ. Ηλίας Κοπανάκης
Σημείωση: Για την συγγραφή της παρούσας ομιλίας αντλήθηκαν εκτεταμένα στοιχεία από το βιβλίο: Ηλίας Κοπανάκης, Μαρουλάς Ρεθύμνου, Αναψηλάφηση μιας μακραίωνης πορείας στον χρόνο, Εκδόσεις Καλαϊτζάκης, Ρέθυμνο, 2011.
[1] Ο Μαρουλάς, κι ένα μόνο ακόμη χωριό, η Κοξαρέ Αγ. Βασιλείου, εμφανίζονται την περίοδο αυτή να έχουν μουσουλμανική πλειοψηφία στον πληθυσμό τους (βλ. Πεπονάκης, 1997, σ. 32 και την εκεί βιβλιογραφία).
[2] Αντίθετα, δηλαδή, με ότι συνέβαινε με τουλάχιστον 20 άλλα χωριά ανατολικά και δυτικά της πόλης του Ρεθύμνου (κυρίως χωριά του Κατωμεριού και του Βρύσινα) στα οποία οι Μουσουλμάνοι είχαν υποτάξει στην κυριολεξία τους Χριστιανούς κατοίκους τους (Μαμαλάκης, 1983, σ. 372). Χαρακτηριστική είναι η αναφορά του Χ. Πετυχάκη τον Αύγουστο του 1868 ο οποίος παραθέτει λίστα με τα υποταγμένα χωριά του Ρεθύμνου, από την οποία απουσιάζει ο Μαρουλάς.
[3] Muffasal defter: κατάστιχο φορολογικών προσόδων, με τα ονόματα των φορολογουμένων και τον φόρο που βαρύνει κάθε αγροτική εκμετάλλευση.
[4] Στου Μαρουλά αναφέρονται τρία μοναστήρια. Πρόκειται για την μονή Αγ. Γεωργίου Αρσανίου με 20 μοναχούς την εποχή εκείνη, την μονή του Αγ. Γεωργίου Μυλούδη στα Περιβόλια Ρεθύμνου, με 3 μοναχούς το έτος 1669 και τη μονή του Αγίου Νικολάου Χαιρόπουλου, μοναστήρι στην περιοχή των Περιβολιών, με επίσης 3 μοναχούς την περίοδο της απογραφής.
[5] Μπαλτά-Oguz, 2007: Το Οθωμανικό κτηματολόγιο του Ρεθύμνου, Έκδοση-Μετάφραση-Σχολιασμός: Ευαγγελία Μπαλτά-Mustafa Oguz, Εκδόσεις Καλαϊτζάκης, Ρέθυμνο, 2007.
[6] Το μετόχι Κουρτικιανά αναφέρεται σε πλήθος ενετικών συμβολαίων (βλ. Γρυντάκης, 2003, σ. 200-202, πράξη 140 κ.α., Γρυντάκης, 1990, πράξη 27, σ. 45-46). Για την ακριβή θέση βλ. κεφ. τοπωνυμίων.
[7] Δε γνωρίζουμε την ακριβή θέση του συγκεκριμένου μετοχιού. Ίσως ταυτίζεται με την σημερινή θέση Γούματρα κοντά στα σύνορα με την περιφέρεια του χωριού Άδελε (Κοπανάκης, 2011, σ. 209, Παρασκευάς, 2008, σ. 161).
[8] Η Αμυγδαλέα είναι μετόχι κοντά στην περιοχή της σημερινής Πλακωτής στου Μαρουλά.
[9] Τα δύο αυτά σουλτανικά χάσια δε γνωρίζομε με ακρίβεια που βρίσκονταν. Ενδεχομένως το τελευταίο να ταυτίζεται με τον σημερινό οικισμό του Πλατανέ.
[10] Στην περιφέρεια του Μαρουλά σήμερα, το πλήθος των ελαιοδέντρων ανέρχεται στις 31.207 ρίζες (κορονέϊκες, τσουνάτες, χοντρολιές. Ευχαριστώ πολύ για την πληροφορία την Κατερίνα Καλογεράκη, από τη Διεύθυνση Αγροτικής Ανάπτυξης της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Ρεθύμνου (Οκτώβρης 2010).
[11] Το πρόθεμα Χατζή- (Haci) στη μουσουλμανική θρησκεία δηλώνει τον «προσκυνητή της Μέκκας».
[12] Ευχαριστούμε θερμά τον Husnu Balin, απόγονο των οικογενειών Χατζημπεκηράκι και Σελλιανάκη για τις πληροφορίες που μας έδωσε για τους προγόνους του.
[13] Υπάρχουν τουλάχιστον 3 γάμοι μεταξύ πρώτου βαθμού ξαδέρφια, και πολύ περισσότεροι σε πιο μακρινή συγγένεια. ζουν τόσο «κοντά» ακόμη και στην κυριολεξία, οι αυλές τους και οι ταράτσες τους ενώνονται που οι γείτονες νομίζουν ότι πρόκειται για μια οικογένεια, ενώ τα παιδιά έχουν πολλές φορές κοινή νταντά (Τσιριμονάκη, 2002, 57-58, 73, 80).
[14] Κοπανάκης, 2011, σ. 238 και 254-255, Τσιριμονάκη, 2002, σ. 86-87.
[15] Θρησκευτική και ηθική εγκυκλοπαίδεια, τόμος 8, εκδότης Α. Μαρτίνος, Αθήνα, 1966.
[16] Κοπανάκης, 2011, σ. 325-327.
[17] Ψιλάκης, τ. Γ΄, σ. 149.
[18] Ψιλάκης, τ. Γ’, σ. 171.
[19] http://digitalcrete.ims.forth.gr, ανάκτηση 16 Ιανουαρίου 2010.
[20] Τον Κεμάλ Ουσταδάκη τον συναντούμε, μαζί με άλους μουσουλμάνους, να συνεισφέρει οικονομικά στην ενίσχυση των προσφύγων Ελλήνων της Μικράς Ασίας που είχαν καταφύγει στο Ρέθυμνο (Παρασκευάς, 2008(α), σ. 17).
[21] Κοπανάκης, 2011, σ. 257-261.
[22] Εφέντι (efendi): πρόκειται για Οθωμανικό τίτλο.
[23] Τα ελαιόδεντρα αυτά εντοπίζονταν διάσπαρτα σε όλη την έκταση του Μαρουλά (Κορακιάς κ.α.) (βλ. ιστότοπος Ψηφιακής Κρήτης – Οι πόλεις της Κρήτης στους νεότερους χρόνους – Ανταλλάξιμα, αύξων αριθμός 1093, αριθμός πίνακα 2012).
[24] http://digitalcrete.ims.forth.gr/ ανάκτηση 16 Ιανουαρίου 2010. Οι πόλεις της Κρήτης στους νεώτερους χρόνους – Ανταλλάξιμα, αύξων αριθμός 1294, αριθμός πίνακα 2280. Στο πράξη αναφέρεται ότι στην θέση Επάνω Αγ. Γεώργιος Μαρουλά από το έτος 1924 «αυθαιρέτως» ο Γεώργιος Μοτάκις κατέχει 6 στρέμματα με 62 ελαιόδεντρα και 2 χαρουπιές.
[25] Κρητική Επιθεώρηση, φύλλο της 18ης Μαρτίου 1925, Τσιριμονάκη, 2002, σ. 85.
[26] Μια τέτοια ξηρική έκταση 4 στρεμμάτων βρίσκονταν στη θέση Κουμέσω Μαρουλά (ό.π. αύξων αριθμός 1097, αριθμός πίνακα 2017), ενώ στη θέση Κορακιάς του Μαρουλά βρίσκονταν βοσκότοποι (ό.π. αύξων αριθμός 504, αριθμός πίνακα 870Α, ό.π. αύξων αριθμός 500, αριθμός πίνακα 874Α, ό.π. αύξων αριθμός 1093, αριθμός πίνακα 2012 και ό.π. αύξων αριθμός 503, αριθμός πίνακα 871Α).
[27] Πρόκειται για το υπ’ αριθμόν 15306/6-5-1904 πωλητήριο συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Ρεθύμνης Περτέβ Δερβισάκη.
[28] Τσιριμονάκη, 2002, σ. 81 – 84.
[29] ό.π. σ. 86. Πρόκειται για την γνωστή ενετικής κατασκευής γέφυρα του Πλατανέ που σώζεται μέχρι σήμερα. Ενδιαφέρον παρουσιάζει η πληροφορία για την ύπαρξη και άλλης δεύτερης «διτόξου» γέφυρας, στο σημείο όπου υπάρχει η σημερινή σύγχρονη γέφυρα του Πλατανε: Ο ποταμός Πλατανές «ζεύγνυται διά δύο γεφυρών μιάς λιθοκτίστου διτόξου κειμένης εγγύς της παραλίας και επί της οδού Ρεθύμνης – Ηρακλείου και ετέρας μονοτόξου λιθοκτίστου 15΄ ώρας ανωτέρω της πρώτης» (Βαλάκης, 1900, σ. 203, Γενεράλις, 1902, σ. 46). Σε άλλο σημείο γίνεται λόγος για «τριτόξου λιθοκτίστου γέφυρας του Πλατανιά» (Βαλάκης, 1900, σ. 333 και 335).
[30] Παπιομύτογλου, 2007, Ημερήσια Διάταξις Αριθ. 25, 28 Ιανουαρίου 1899.
[31] ό.π. σ. 86-104, Τρούλης, 1998, σ. 179.
[32] Να σημειώσουμε ότι η σύγχρονη εκδοχή κατά ορισμένους, όπου αντικαθίσταται η λέξη μέση με το όνομα του χωριού Μέση είναι λανθασμένη (Λίτινας, 1994, σ. 9).
