You are currently viewing 0244 – Ομιλία στην Έκθεση της Βιβλιοθήκης του Πανεπιστημίου Κρήτης με τίτλο “Ο άλλος εαυτός”, Πανεπιστημιούπολη Γάλλου, 16 Οκτωβρίου 2024.

Φίλες και φίλοι καλησπέρα,

Η ενασχόλησή μου με την λογοτεχνική γραφή είναι τελείως ερασιτεχνική. Αυτό δε το λέω με πνεύμα ταπεινολογίας. Είναι μια πραγματικότητα την οποία εύχομαι καιρό τώρα να την αλλάξω. Είναι μια πραγματικότητα όχι μόνο γιατί δεν έχω σπουδή στην φιλολογία καθώς σπούδασα στο Μετσόβιο, Χημικός Μηχανικός και έκανα την διδακτορική μου διατριβή στην Ατμοσφαιρική Πυρηνοποίηση, ούτε γιατί διδάσκω στο πολυτεχνείο Ισοζύγια Μάζας και Ενέργειας, Θερμοδυναμική, Ατμοσφαιρικά Αερολύματα και άλλα πράγματα αντικειμενικώς πολύ μακριά από την λογοτεχνία και το πνεύμα της. Είμαι ερασιτέχνης και γιατί εν συνόλω ο χρόνος που της αφιερώνω (της λογοτεχνίας) είναι περιορισμένος, ιδιαίτερα τα τελευταία χρόνια.

Αυτό δε σημαίνει απαραίτητα ότι αν είχα περισσότερο ελεύθερο χρόνο θα είχα γράψει περισσότερα και καλύτερα. Ίσως να είχα καταφέρει να εκδώσω πολλά πράγματα που είναι στο συρτάρι και σκονίζονται, αλλά το καλό και το καλύτερο δεν έχουν να κάνουν ούτε με τον ελεύθερο χρόνο που έχει στη διάθεσή του ο συγγραφέας, ούτε με την ηλικία του ίδιου κτλ. Γνωρίζουμε για παράδειγμα μεγάλους ποιητές που μας άφησαν αριστουργήματα παρόλο που πέθαναν στην 3η μόλις δεκαετία της ζωής τους, ή επίσης γνωρίζουμε άλλους συγγραφείς, μεταξύ αυτών αρκετούς μηχανικούς, που έγραψαν τα έργα τους στις πλέον άθλιες, ζοφερές και καταπιεστικές συνθήκες, κι όμως αυτά ανθίζουν μέχρι σήμερα και μας προσφέρουν καρπούς στην πνευματική μας πείνα. Όπως και να ’χει ευελπιστώ αυτά που είναι έτοιμα να βρουν και αυτά τον δρόμο τους για το τυπογραφείο στο άμεσο μέλλον. Αναφέρομαι στις μαντινάδες μου, στην 4η και στην 5η ποιητική συλλογή, όπως και σε κάτι μικρά παραμύθια, με εξαίρεση «Το Μικρό Άλφα», που παρουσιάζεται εδώ στην έκθεση και έχει ήδη εκδοθεί από το 2020 με ένα περιβαλλοντικό μήνυμα για την προστασία του πλανήτη.

Να σας πω εδώ ότι πριν τα 18 μου δεν είχα καμία απολύτως επαφή με τη συγγραφή και πολύ μικρή ως αναγνώστης με εξωσχολικά βιβλία και δη με βιβλία πεζογραφίας και ποίησης. Μάλιστα με πολύ θαυμασμό αναρωτιόμουν πως συμμαθητές και συμμαθήτριές μου έγραφαν τόσο όμορφα πράγματα, στο περιοδικό που εξέδιδε το 2ο Γυμνάσιο Ρεθύμνου στο οποίο φοίτησα.

Στη συνέχεια θα ήθελα να σας μιλήσω για τα βιβλία που έχω συγγράψει και τα οποία έχουν ήδη τυπωθεί. Το πρώτο μου χρονολογικά βιβλίο, αλλά ίσως όχι μόνο χρονολογικά αλλά και από άποψη κόπου, έρευνας και χρόνου που αφιέρωσα, είναι δίχως άλλο το βιβλίο μου για την γενέτειρά μου, τον Μαρουλά Ρεθύμνου. Η έρευνα αυτή κράτησε χρόνια, από τον πρώτο ήδη χρόνο της φοιτητικής μου ζωής στην Αθήνα, το 1995 μέχρι τουλάχιστον το 2011 που εκδόθηκε το βιβλίο, παρόλο που κατά κάποιο τρόπο αυτή η έρευνα συνεχίζεται άτυπα μέχρι σήμερα, καθώς τα στοιχεία που ανακαλύπτω είναι μάλλον ατελείωτα.

Ο Μαρουλάς, σε απόσταση μόλις 10 χλμ. από την πόλη του Ρεθύμνου, είναι ένα χωριό με μακραίωνη ιστορία. Οι απαρχές της κατοίκησής του ανάγονται στην ύστερη μινωική περίοδο, περί το 1450 π.Χ. Η κατοίκηση κατά πάσα πιθανότητα συνεχίστηκε αδιάλειπτα μέσα στους αιώνες και η εκ νέου αναγέννηση και οικονομική πρόοδος του τόπου συνέβη αρχικά σε περιορισμένο μάλλον βαθμό, στην ύστερη Βυζαντινή περίοδο, η δε πλήρη ανάπτυξή της την περίοδο της Βενετοκρατίας και της Τουρκοκρατίας, όπου οι βιοτεχνικές δυνατότητες παραγωγής ελαιόλαδου σταδιακά είχαν εξελιχθεί, όπως για παράδειγμα η αντικατάσταση του ξύλινου κοχλία στο πιεστήριο του ελαιοτριβείου από μεταλλικό, ενώ και οι καλλιεργητικές μέθοδοι είχαν τυποποιηθεί.

Παρενθετικά να πω εδώ ότι το όνομα Μαρουλάς προέρχεται κατά πάσα πιθανότητα, τουλάχιστον σε αυτό έχει καταλήξει μέχρι σήμερα η δική μου έρευνα, από την βυζαντινή οικογένεια του Μάρουλου, μιας εκ των οικογενειών που εστάλησαν από τον Νικηφόρο Φωκά στο νησί μετά την απελευθέρωσή της από τους Άραβες.

Το σήμα κατατεθέν του χωριού είναι φυσικά ο μεγάλος βενετικός πύργος, ο ψηλότερος και καλύτερα διατηρημένος πύργος σε ολόκληρο το Ρέθυμνο. Επιπλέον ο επισκέπτης μπορεί να θαυμάσει τον μικρό ενετικό πύργο και τα πολλά ενετικά αρχοντικά και πυργόσπιτα, με τις ευμεγέθεις καμινάδες τους, τις πορτάρες, τις θολωτές κάμαρες, τις αψιδωτές καμάρες, τις καταρίχτρες και τις τυφεκιοθυρίδες, που δεν λείπουν κι απ’ τα απλά κονάκια, δείγμα του φόβου που είχαν πάντοτε οι κατακτητές για πιθανές επαναστατικές κινήσεις των υπόδουλων χριστιανών Ελλήνων. Χαρακτηριστικό παράδειγμα ενετικού οικήματος αποτελεί το Μετόχι του Μαρουλά, ένα οικιστικό σύνολο απίστευτης ιστορικής και αρχιτεκτονικής αξίας που έχει θεμελιωθεί την βυζαντινή περίοδο, ενώ πάνω στο σώμα του έχουν αφήσει το μορφολογικό αποτύπωμά τους όλες οι μετέπειτα χρονικές περίοδοι. Σε αυτό το αρχιτεκτονικό στολίδι υπάρχουν δύο χαμάμ, οθωμανικά λουτρά, δείγμα του πλούτου του μουσουλμάνου ιδιοκτήτη του. Είναι χαρακτηριστικό ότι σε καμία άλλη ιδιωτική κατοικία σε ολόκληρη την Κρήτη για την περίοδο της τουρκοκρατίας, δεν υπάρχουν δύο χαμάμ. Ο Μαρουλάς είναι ανεξάντλητος, θα χαρώ να μας δοθεί η ευκαιρία να σας ξεναγήσω στο χωριό, όπως τόσο συχνά το κάνω τα τελευταία χρόνια.

Στην ακμή του, το μικρό αυτό χωριό σε πληθυσμό, διέθετε τον εντυπωσιακό αριθμό των 15 ελαιοτριβείων, ενώ στη βιβλιογραφία εμφανίζεται να πληρώνει τον μεγαλύτερο φόρο σε άσπρα, πράγμα που δηλώνει ότι και οι πρόσοδοι του χωριού σε όλη την περιφέρεια του Ρεθύμνου, ήταν οι μεγαλύτερες από κάθε άλλο.

Ο Μαρουλάς με προεδρικά διατάγματα των ετών 1980 και 1982, έχει χαρακτηριστεί παραδοσιακός και διατηρητέος οικισμός. Αυτό λοιπόν το κόσμημα περιμένει ακόμα τους φορείς του δημοσίου να αντιληφθούν περαιτέρω την αξία του κι απ’ τα λόγια να περάσουν στις πράξεις, αξιοποιώντας τις δυνατότητές του σε εκπαιδευτικό, τουριστικό, εμπορικό, ενεργειακό, φυσιολατρικό, περιηγητικό και οικιστικό επίπεδο.

Για αυτό λοιπόν το κόσμημα ξεκίνησα να συλλέγω υλικό, όχι για να γράψω ένα βιβλίο, μα πιο πολύ για να μη χαθούν πράγματα που διέβλεπα και δυστυχώς έτσι είναι, ότι θα χαθούν οσονούπω με το πέρασμα του χρόνου. Σχεδόν 30 χρόνια από την απαρχή της συλλογής του πρωτογενούς υλικού, από προφορικές μαρτυρίες και συνεντεύξεις που πήρα από τους γεροντότερους του χωριού, είναι φανερό ότι θα είχαν χαθεί πολλά εξ αυτών αν δεν είχα τότε κινηθεί. Ο Μίκης ο μέγιστος έχει προτείνει να γίνει η πατρίδα μας μια Ελβετία όχι του χρήματος μα του Πολιτισμού και της Ειρήνης. Ο Μαρουλάς είναι μια μικρή απόδειξη, περισσότερο αυτής της ανάγκης και λιγότερο αυτής της δυνατότητας.

Όταν λοιπόν το υλικό που είχα συλλέξει ήταν αρκετοί γεμάτοι φάκελοι, καθώς πλέον η έρευνα μου είχε επεκταθεί σε νοταριακά έγγραφα της βενετοκρατίας, σε αρχειακές πηγές βιβλιοθηκών της Ελλάδας και του εξωτερικού, σε επικοινωνία με τούρκους απογόνους των μουσουλμάνων του Μαρουλά που έφυγαν είτε με την θέλησή τους, είτε εξαιτίας της αναγκαστικής ανταλλαγής των πληθυσμών, σκέφτηκα ότι ίσως ήταν καλή ιδέα το υλικό αυτό να μπει σε μια σειρά και γιατί όχι να γίνει ένα βιβλίο. Ξεκίνησα λοιπόν με ζέση και μεθοδικότητα κάθε ξημέρωμα για 1-2 ώρες και προτού ξεκινήσω τις δουλειές και τις υποχρεώσεις μου, να δουλεύω το πρώτο μου αυτό βιβλίο. Μετά από 3 χρόνια το βιβλίο ήταν έτοιμο. Το βιβλίο αρχικά ήταν 900 σελίδες ωστόσο εξαιτίας του υπέρογκου για μένα κόστους έκδοσης, αναγκάστηκα να το περιορίσω στις 500 σελίδες. Και φυσικά θα γνωρίζετε ότι όσο δύσκολο είναι να γραφτούν σελίδες με βιβλιογραφικές παραπομπές και υποσημειώσεις, τόσο και περισσότερο δύσκολο είναι για έναν συγγραφέα να κουτσουρέψει έπειτα αυτές τις σελίδες.

Δυο πράγματα ακόμα για το βιβλίο του Μαρουλά. Πρώτον το βιβλίο εν τέλει στηρίχτηκε κατά 90% στην ήδη υπάρχουσα βιβλιογραφία και μόλις κατά 10% σε μαρτυρίες, εκτιμήσεις και δικές μου καταγραφές, που θα μπορούσαν ενδεχομένως να αμφισβητηθούν. Το δεύτερο είναι ότι διαβάζοντας κανείς το βιβλίο, διατρέχει παράλληλα με την ιστορία του χωριού, εν συνόλω την ιστορία του νησιού. Αυτό συμβαίνει σε μεγάλο βαθμό, τόσο γιατί οι κάτοικοι του χωριού συμμετείχαν ενεργά στα ιστορικά γεγονότα που σημάδεψαν τον τόπο μας, όσο και γιατί η αμφιθεατρική θέση του χωριού, το καλό του κλίμα και το πηγαίο νερό που υπάρχει, το κατέτασσαν διαχρονικά στις κύριες προτιμήσεις των κατακτητών του Ρεθύμνου, για θερινή ή εξοχική κατοικία, με παράλληλες πλούσιες γεωργικές προσόδους.

Θα ήταν παράλειψη να μην αναφέρω την εξαιρετική εκδοτική δουλειά που έγινε από τις ρεθεμνιώτικες Εκδόσεις Καλαιτζάκη και από την επιμελήτρια του έργου κυρία Έλενα Νταντή, που έκανε πολλές και εύστοχες παρατηρήσεις. Αυτό που θα ήθελα να σας πω κλείνοντας αυτήν την μικρή αναφορά για το συγκεκριμένο βιβλίο εν είδει αστεϊσμού είναι ότι αν με ρωτούσαν τι θα ξαναέκανα πιο εύκολα, ένα ακόμα διδακτορικό ή να ξαναγράψω ένα βιβλίο σαν αυτό για τον Μαρουλά, φυσικά θα επέλεγα το πρώτο. Ο όγκος της πληροφορίας είναι τόσο μεγάλος που χρειάστηκαν πνευματικές και σωματικές δυνάμεις που αμφιβάλλω αν σήμερα τις διαθέτω.

Ας προχωρήσουμε όμως χρονολογικά κι ας πάμε στο 2014, οπότε τυπώθηκε η πρώτη μου ποιητική συλλογή από τις Εκδόσεις Όστρια στην Αθήνα. Και τα ποιήματα αυτά, όπως και το υλικό από την ερευνητική δουλειά για τον Μαρουλά, δεν γράφτηκαν αρχικά για να εκδοθούν. Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα με τη σειρά, όσον αφορά τη συγγραφή στίχων και πως αυτοί γεννήθηκαν.

Με την εγκατάστασή μου στην Αθήνα στα 18 μου, ξεκίνησα με μανιώδη ρυθμό να διαβάζω οποιοδήποτε βιβλίο μου έπεφτε στα χέρια, αγόραζα ή έβρισκα σε κάποια από τις πολυπληθείς βιβλιοθήκες της πρωτεύουσας. Ωστόσο η ποίηση δεν ήταν στις προτιμήσεις των αναγνώσεών μου. Αποτέλεσμα και καρπός αυτών των αναγνώσεων, ήταν επομένως η ανάγκη μου να εκφραστώ με δικές μου γραφές. Τα πρώτα αυτά ποιήματα γράφτηκαν λοιπόν σε μια περίοδο που δεν είχα στην κυριολεξία καμία επαφή με το ποιητικό έργο κανενός ποιητή.

Αυτά που προέκυψαν ως αποτέλεσμα της ποιητικής ανάγκης τότε ήταν, από τη μια κρητικές μαντινάδες που έχουν νομίζω κάποια φιλολογική αξία, κι από την άλλη ποιήματα που δε θεωρώ ότι αξίζουν ιδιαίτερα και τα οποία περιέχουν αρκετές κρητικές λέξεις. Αυτό γινόταν κυρίως γιατί τότε δε γνώριζα ποιες είναι καθαρά κρητικές λέξεις και ποιες όχι, όσο κι αν αυτό ίσως σας ακούγεται περίεργο. Κατά το 3ο έτος των σπουδών μου βρέθηκα σε μεγάλο δίλημμα αν θα έπρεπε να αρχίσω να εκφράζομαι στην ποίηση μου χωρίς κρητικές λέξεις. Τελικά υπερίσχυσε αυτό κι έτσι προέκυψαν τα πρώτα καθαρά «ελληνικά» και εν τέλει από την κρίση μου αποδεκτά, ποιήματα. Ποιήματα που άλλα τα μοιραζόμουν μονάχα με 3-4 φίλους, κι άλλα τα κρατούσα στο συρτάρι. Καταλυτικό ρόλο για την απόφασή μου να προχωρήσω στην έκδοσή τους, ήταν η μεγάλη επιτυχία που γνώρισε το βιβλίο του Μαρουλά και η αποδοχή του από το κοινό και κυρίως από τους ερευνητές της τοπικής ιστοριογραφίας.

Η πρώτη λοιπόν ποιητική συλλογή, που φέρει τον τίτλο «Ίσκιος του Έρωτα», περιλαμβάνει ποιήματα 15 χρόνων, κυρίως των φοιτητικών χρόνων στην Αθήνα και στο Ηράκλειο. Τις σελίδες του βιβλίου κοσμούν μοναδικά σχέδια από αγγεία προελληνικά και αρχαιοελληνικά, αξεπέραστης αισθητικής αξίας. Η παρουσίαση του βιβλίου έγινε στον εκδοτικό οίκο με επιτυχία, μα εκείνο που αξίζει να μοιραστώ σήμερα μαζί σας είναι η αίσθηση που είχα το βράδυ μετά την παρουσίαση και όλες τις επόμενες μέρες. Ένοιωθα ότι ήμουν γυμνός, ότι είχα μαρτυρήσει τα μεγαλύτερα μυστικά μου και τις βαθύτερες σκέψεις. Ήταν τόσο έντονο το συναίσθημα αυτό και απολύτως αληθινό. Αληθινό από την άποψη ότι ναι, μια ποίηση είναι πάντα αποτέλεσμα διεργασιών του βαθύτερου είναι μας, των φανερών, των κρυφών και των ανερμήνευτων του βίου μας στοιχείων.

Στο σημείο αυτό θα ήθελα να μας διαβάσει η αγαπητή Μαρίνα, που έχει την καλοσύνη να είναι σήμερα μαζί μας, ένα μικρό ποίημα, δείγμα από εκείνη τη συλλογή.

Η στρογγυλή σου έκπληξη

Φίλησα την

στρογγυλή σου έκπληξη

καθώς τα χέρια μου

έραιναν παράλληλους κομήτες

και σκάλιζαν ανόθευτα

καρπερά τριγωνικά

αγροτεμάχια,

κόβοντας ευθυτενώς

το ’να φιλί με τ’ άλλο

σαν ψωμί ζυμωτό,

σαν τ’ απομεσήμερο

που ξεχάστηκε

στην ακροθαλασσιά

ενός μονόχορδου

καλλωπισμένου

ορίζοντα. 

Θα ακούσουμε ένα ακόμα ποίημα από τα χρόνια εκείνα που όμως δεν έχει συμπεριληφθεί ακόμα σε κάποια συλλογή. Αναφέρεται στην Ουκρανία και είναι γραμμένο πολύ πριν ξεσπάσει εκεί ο διεξαγόμενος πόλεμος. Γράφτηκε στο Ηράκλειο που ζούσα τότε, πριν από 21 χρόνια, τον Οκτώβρη του 2003.

Τα παιδιά της Οδησσού

Σκέφτηκα πως

παλιότερα

είχα προβλήματα με το στομάχι μου.

Κανείς δεν είναι τέλειος.

Και ασυναίσθητα

μου ήρθε η Ρωσία στο μυαλό.

Ουκρανία. Οδησσός.

Εκείνο το σχολείο

-το 25ο αν θυμάμαι καλά-

που τα παιδιά

-δίχως καμιά καταγωγή

απ’ την Ελλάδα-

μαθαίνουνε τα ελληνικά

σαν ξένη γλώσσα.

Κι απαγγέλουν ελληνική ποίηση.

Σχεδόν τέλεια.

Μονάχα στα συνεχόμενα φωνήεντα

σα να ’χουν δυσκολία.

Στην προφορά των λέξεων.

Ας πούμε

Λευτεριά!

(Ηράκλειο Κρήτης, 2/10/2003)

Η δεύτερη εκδοτική ποιητική απόπειρα έγινε τον επόμενο χρόνο, το 2015, με την έκδοση της ουσιαστικότερης κατά τη γνώμη μου ποιητικής συλλογής μου μέχρι σήμερα, της «Κηροδοσίας των Ανέμων», από τις ιστορικές εκδόσεις Γκοβόστης. Τα ποιήματα αυτά γράφτηκαν, όπως και όλα τα άλλα, προγενέστερα και μεταγενέστερα, οπουδήποτε ο οίστρος της ποίησης με βελόνιζε, και πολύ σπάνια καθισμένος σε ένα γραφείο. Δεν είναι λίγες για παράδειγμα οι φορές, στις συχνές μετακινήσεις που κάνω σε εβδομαδιαία βάση στη διαδρομή Ρέθυμνο-Χανιά να είμαι αναγκασμένος να γεννήσω ένα ποίημα σταματώντας το αυτοκίνητο στην άκρη του δρόμου και έπειτα να συνεχίσω. Ή άλλο αντίστοιχο παράδειγμα, θυμάμαι το πρωί της ημέρας που παρουσίαζα την διδακτορική μου διατριβή είχα γράψει ένα καλό ποίημα, παρόλη την αγωνία και τη μέριμνα να πάει καλά η ολοκλήρωση ενός έργου τόσων χρόνων. Να διευκρινίσω εδώ ότι αυτή η χρονικά σύντομη γραφή ενός ποιήματος (το οποίο φυσικά, μετά, επιμελείται και διορθώνεται), δεν έχει σχέση με την αυτόματη γραφή της οποίας δεν είναι θιασώτης, ούτε πρόκειται για το αποτέλεσμα γραφής, με τη μορφή ας πούμε επιφοίτησης. Μιλώ καθαρά για ποιητικής χροιάς και ποιότητας έμπνευση, για εκείνη ακριβώς που προτρέπει ο μεγάλος αλεξανδρινός τους νέους ποιητές να διασώσουν μέσω της ποίησής τους. Εκείνα που τους σημάδεψαν, κι εκείνα που πέρασαν σαν αστραπή μπροστά από την βιωτή τους, γνώριμα κι ανεξερεύνητα.

Τυράννου Πεισιστράτου έργα

Ο Πεισίστρατος ο τύραννος

                     ο αφορεσμένος

μάζεψε αοιδούς και ραψωδούς

                   στο εύηχο παλάτι του

-όχι στων Αθηνών, μα στης Βραυρώνας

την ολυμπία του οικία

              θεμελιωμένη για το θέρος-

και κατέγραψε

-ο τύραννος, τι θράσος, κατέγραψε-

                                τα έργα του Ομήρου.

Με το νι και με το σίγμα

λένε, σαν τύραννος κανονικός.

Κι ανθρώπους έστειλε στην Αγορά

                  και με τη βία ’φέραν στο παλάτι

                  όσους γνωρίζαν στην εντέλεια

                                      τα Έργα από στήθους.

Τον Γέμινο, περίφημο υαλουργό

και τον Ατρέα, που τις ασπίδες

                                            πελεκά και χύνει.

Και τις γυναίκες του Ευνόμου και του Αλκμένη

                 και ’κείνες τις καημένες περμαζώξαν

                 φακές σαν λίχνιζαν στ’ Αλωνάκια

που -είν’ αλήθεια ο τύραννος ο ίδιος με κλήρο

                                                                     διένειμε

στους πένητες της Οινόης

στην περσινή την μοιρασιά των δυτικών γαιών.

Καθένας τώρα τα θωρεί

                                       σαν κατεβεί στην Αγορά,

γραμμένα σε διφθέρες και παπύρους αιγυπτιακούς˙

-μα τον Δία-, που ξανακούστηκε Αθήνα μου.

Τουλάχιστον, οι νέοι στις παλαίστρες

                                                   αδιάκοπα γυμνάζονται.

Δεν είχες φύγει

Κι όμως δεν είχες φύγει.

Πώς να ντυνόσουν με ζευγάρια

                      που δε σου ’καναν

με ζακέτες που σε ’πνίγαν

                                               κι ας

αναδείκνυαν το στήθος σου

                          ακατέργαστο βαμβάκι

            στα ξεχασμένα εκκοκκιστήρια

                                         της επαρχίας.

Πώς να μαγευόσουν            

                τους ιριδισμούς της σιωπής

                                                          πώς;

αφού το φως χορτάτο

                                                        αφού

κι ο ίσκιος ανύπαρκτος

                                                       ήταν.

Ίδρυση πόλεων

Γνωρίζουμε πότε θεμελιώθηκε

                 η Κωνσταντινούπολη.

Ξέρουμε πότε ιδρύθηκε η Ρώμη.

Μα δε θα μάθουμε ποτέ

η Αθήνα πότε φτιάχτηκε

γιατί το αλφάβητο από

              το στόμα του μωρού

              με το πρώτο κλάμα

                              γεννιέται

                  κι αντρώνεται.

Δε το μαθαίνει κανείς στα τριάντα του.

Στα τριάντα του είναι ήδη ήρωας

                                     κι αυτάρκης.

Μετά την έκδοση της «Κηροδοσίας των Ανέμων» αναρωτιόμουν αν θα μπορούσα να γράψω καλύτερα ποιήματα. Η συγγραφή συνεχίστηκε και τα επόμενα χρόνια, κι η οποία είχε ως αποτέλεσμα, το 2019 να εκδοθεί η 3η ποιητική συλλογή με τίτλο «Το μικρό επέκεινα» από τις εκδόσεις Γαβριηλίδης, που αείμνηστου Σάμη Γαβριηλίδη, ο οποίος μετά από 3 μήνες από την έκδοση της συλλογής αυτής, απεβίωσε, και εν συνεχεία ο επί δεκαετίες αυτός σημαντικός εκδοτικός οίκος, ιδιαιτέρως για την ποιητική εκδοτική παραγωγή της Ελλάδας, έκλεισε. Να σημειώσω εδώ ότι, ενώ η χαρά μου για την έκδοση της «Κηροδοσίας των Ανέμων» εκπήγαζε κυρίως από την ποιότητα των ποιημάτων, η χαρά στην περίπτωση της 3ης συλλογής, χωρίς να υστερούν τα ποιήματά της, προέρχονταν από το γεγονός ότι οι Εκδόσεις Γαβριηλίδης είχαν συμφωνήσει να τα εκδώσουν. Εκείνη την περίοδο (το 2019), ο συγκεκριμένος εκδοτικός οίκος ήταν ένας από τους σημαντικότερους εκδοτικούς οίκους ποίησης στη χώρα. Για μένα ο σημαντικότερος.

Τα μικρά χαλασμένα δοντάκια

Πολλοί πιστεύουν ότι τα βιβλία φτιάχνονται

από άδεια μεταλλικά κουτιά σοκολάτας

Που άλλοι συγγραφείς τα γεμίζουν με ξερά φύλλα φθινοπώρου,

άλλοι με κοχύλια κι άμμο

άλλοι με βότσαλα και κρινάκια

άλλοι με ψευδαισθήσεις κι αναστεναγμούς

κι άλλοι με το σκοτάδι πριν το νέο χάραμα που δεν πρόλαβαν να δουν

Έπειτα παίρνουν ένα βουρτσάκι και τα βάφουν απ’ έξω

με το χρώμα της προτίμησής τους

επιλέγουν τον τίτλο που θα δώσουν

την γραμματοσειρά και τα κενά

μεταξύ τίτλου και ονοματεπώνυμου

Αν αγοράσετε ποτέ τέτοια βιβλία

και προτού τα ανοίξετε κουνώντας τα ακούσετε από μέσα

έναν ήχο σαν παιδική κουδουνίστρα

μην απελπιστείτε, μήτε να σκεφτείτε

πως πετάξατε τα χρήματά σας άδικα

Ανοίξτε το, έχει μέσα

κάτι μικρά χαλασμένα δοντάκια

ίδια με εκείνα που υπάρχουν σ’ ένα γυάλινο ποτήρι

στον οδοντιατρικό πάγκο

και τα οποία περιμένουν να πεταχτούν στα σκουπίδια

Ούτε καν στον κάδο ανακύκλωσης.

Εξάλλου ποιος έχει ακούσει να ανακυκλώνουν

Τα μικρά χαλασμένα δοντάκια;

Ανακύκλωση ασβεστίου δεν ξεκίνησε ακόμα,

Κι ούτε πρόκειται.

Η συνέντευξη

Καμιά δεκαπενταριά χρόνια

πριν τον θάνατό σου

θα δώσεις μια υπέροχη, μακροσκελή

συνέντευξη, στο κανάλι της αϋπνίας.

Οι σάλπιγγες θα ηχούν

από τα ροδομάγουλα στόματα.

Θα ερωτηθείς για τον τόπο της γέννησής σου,

τα αγαπημένα σου γλυκά και τις

πικρές εμμονές σου. Κι εσύ πια

απεκδυόμενος

και σεβάσμιος ντερμπεντέρης

θα απαντάς στις ερωτήσεις του θορύβου

με σιωπή

και στις ερωτήσεις των ισχνών ψιθύρων / πάλι με σιωπή.

Και τότε, μονάχα μια εικόνα θα σου έρθει / στα μάτια.

Πόσο φωτεινή ήταν η πρόσοψη του σπιτιού σου

μετά το πρώτο ασβέστωμά της.

Η συνέντευξη αυτή θα προβληθεί

μετά το θάνατό σου ως ένα τεκμήριο

μοναδικό και αμόλυντο

των ημερών που πέρασες, φαροφύλακας

στα κακοτράχαλα πελάγη, κι αρματηλάτης

στ’ αμέτρητα τα ξερονήσια του Αιγαίου.

Η τιγρούλα μου

Θα ήθελα να είμαι τίγρης τώρα.

Όχι ψέματα, ήθελα να πω να έχω μια τίγρη στην αγκαλιά μου,

μικρή σε ηλικία, ακόμα στην ανάπτυξή της,

και να την χαϊδεύω στα αυτάκια, στο μέτωπο

ανάμεσα στα μάτια.

Να τις μάθω ν’ αγαπά τις αντιλόπες κι ας

τις κυνηγήσει στο τέλος.

Το ξέρω πως δε θα την δαμάσω,

η αποτυχία το πιο πιθανό σενάριο.

Θα ήθελα μια τίγρης να ’μαι,

άντε πάλι,

να ’χω στην αγκαλιά μου

μια τίγρη μέσα,

να την εκπαιδεύσω μακριά από το δάσος,

το δάσος των άγριων ζώων,

να εκπαιδεύσω την τιγρούλα μου,

δε θα πετύχω πολλά πράγματα

μα θέλω να προσπαθήσω,

και να την αφήσω λεύτερη στην Ιθάκη της

να την αφήσω ελεύθερη, ελεύθερη, ελεύθερη

στο τέλος της.

Αδύνατον να αποφασίσω για το τέλος της, το τέλος της

είναι δικό της το τέλος, το τέλος πάντα

δικό της θα ’ναι.

Μα ως τότε θα προσπαθήσω να ξεχαστεί μέσα στην

αγκαλιά μου

χαϊδεύοντας την στα μικρά της αυτιά.

Άγιος σεισμός

Όταν ακούσεις

έναν υπόκωφο τρομακτικό θόρυβο,

κι ενώ εσύ συνεχίζεις να τρέχεις

στον κυλιόμενο διάδρομο εκγύμνασης,

δεις

το απέναντι κτίριο να πηγαίνει

πέρα-δώθε

– το απέναντι κτίριο θα ’ναι πάντα γκρι

        ενώ το δικό σου πάντα βαμμένο

              σε γήινα χρώματα –

             (παρόλο που αυτό με τα χρώματα

             δεν έχει καμιά απολύτως σημασία)

να ’σαι σίγουρος και μη σε καταβάλλουν

οι συνηθισμένες αμφιβολίες σου,

ότι πρόκειται για σεισμό

– τεκτονικό ή ηφαιστειακό ή άλλο, τοπικού

χαρακτήρα, δεν έχει και πάλι σημασία –

πρόκειται για έναν ευλογημένο δυνατό σεισμό

που ήρθε στην πιο

κατάλληλη στιγμή σου,

τη στιγμή που τα αυτιά σου ήταν καθαρά

τα μάτια σου υγιή, το απέναντι κτίριο γκρι

και διαθέσιμο προς ταλάντωση,

ο διάδρομός σου σε λειτουργία κι εσύ πάνω σ’ αυτόν,

φορώντας την πλέον κατάλληλη αθλητική φόρμα.

Ευλογημένος ας είναι πάντοτε,

ο σεισμός ετούτος ο άγιος.

Τα τελευταία 5 χρόνια συνεχίζω σε στιγμές κουρασμένες και ξεκούραστες, με ή χωρίς λογοτεχνική επήρεια, να γράφω στίχους και ποιήματα. Είναι αλήθεια ότι ένα μεταπτυχιακό που κάνω στην Βιοηθική έχει καταλάβει και καταβάλει τον περισσότερο ελεύθερο χρόνο μου και αυτή η χρονική πίεση ολοκληρώνεται και με τις επαγγελματικές υποχρεώσεις που έχω επωμιστεί. Αλλά πάντα ελπίζω στο καλύτερο, σε μια μεγαλύτερη πνευματική ελευθερία.

Θα ήθελα να παρακαλέσω στο σημείο αυτό να μας διαβάσει η Μαρίνα 3 ακόμα ποιήματα, αυτή τη φορά από τα αδημοσίευτα ποιήματα, τα οποία θα συμπεριληφθούν σε κάποια από τις επόμενες ποιητικές συλλογές.

Κάτι στη ζωή μου

Είναι κάτι στη ζωή μου

που δεν φαίνεται

αυτό το ανεπαίσθητο σινιάλο

που σκάβει τις μέρες

κι αροδαμίζει  τ’ αγριολιόδεντρα

και φωτίζει τις άγριες εποχές

που φύονται στους αιώνες

φιδωτά κι αθόρυβα.

Είναι κάτι

Που δεν αναρτά προειδοποίηση

Ούτε εκδίδει δελτία θυέλλης

Παρόλο που είναι μια θύελλα προσωποποιημένη.

Μια ανεπαίσθητη θύελλα

Ένα σινιάλο απωλείας στον ορίζοντα.

Είναι κάτι στη ζωή μου

που δεν φαίνεται

Το αφράτο περιβόλι κι ο ξενιτεμός μαζί.

Στίχοι περιπλανώμενοι

Οι στίχοι μου

Σουλατσάριζαν τα βράδια

Στην προκυμαία

Με τις φουσκωτές που

Ακινητούσαν

Με την τραχιά προφορά

Μιας ακατέργαστης αποδοχής

Των συμπεφωνημένων

Οι στίχοι μου ξαπλωμένοι

Στον καναπέ, το σκυλί

Μου γλύφει το χέρι που κρέμεται

Οι στίχοι συνωστίζονται

Στις αποβάθρες

Τελευταίες διακοπές

Πλοίο αφίχθη αναγγέλλουν

Τα μεγάφωνα στ’ ακροθαλάσσι.

Οι στίχοι περιπλανώμενοι

μοχθούν να υπάρχουν.

Ρίγανες και φασκομηλιές

Πέντε λεπτά ακόμα άυπνος

να χορτάσεις υπνηλία

Κάποιοι κερατάδες πιστεύουν

ότι τα ποιήματα είναι υπόθεση εύκολη

………………………………………………………………

Κι εγώ σου είπα έλα πάμε ως

τη λεμονιά να κόψουμε δυο-τρία

Κι όλο αυτό το σκάρωνα βδομάδες

Να, από το παράθυρο του νεροχύτη φαίνεται,

δε θα σε χάσει από τα μάτια της η μάνα σου

Και πήγαμε, μασουλώντας ρίγανες και φασκομηλιές

Α, εδώ δεν έχει γινωμένα ας πάμε στην πιο κάτω, σου είπα

Κι ήρθες. Και ξαπλώσαμε στο χώμα και σε φίλησα

αφού δε μας έβλεπε από εδώ η μάνα σου

Και το στόμα μας μύριζε ρίγανες και φασκομηλιές

και τα μυαλά μας χαμομήλια και τα

χέρια μας γιασεμιά. Κόψαμε τα λεμόνια

και γυρίσαμε πίσω.

Αργήσατε, είπε η μάνα σου

………………………………………………………………………

Κάποιοι μισοκοιμισμένοι κερατάδες

νομίζουν πως το γράψιμο είναι εύκολη υπόθεση

Κι εγώ το σκάρωνα βδομάδες, να πάρω το φιλί σου

Φίλες και φίλοι,

Η συγγραφή είναι μια πάλη άγρια με τον εαυτό μας, με όλα αυτά που δεν χωράνε μέσα μας και με όλα εκείνα που δεν μας επιτρέπεται να μοιραστούμε με τους άλλους. Και καλώς δε μας επιτρέπεται, δε μας το επιτρέπει το επίπεδο του πολιτισμού που έχουμε κατακτήσει με προσπάθειες χιλιάδων χρόνων τώρα. Δεν είμαι υπέρμαχος της χωρίς περιορισμό και κρίση ελευθερίας, δεν είμαι θετικά διακείμενος με την woke ατζέντα, προτιμώ να είμαι περισσότερο σκεπτικιστής και ταυτόχρονα διαλεκτικός. Το χάλασμα του τροχάλου ως γνωστόν γίνεται στο άψε-σβήσε, όποιος όμως έχει μαστορέψει γνωρίζει ότι το στήσιμό του είναι μια άκρως κοπιαστική εργασία. Δεν είμαι λοιπόν υπέρμαχος της γραφής για την γραφή, ιδιαίτερα της ποίησης για την ποίηση. Γράφουμε χιλιάδες βιβλία κάθε χρόνο. Το καθένα έχει την δική του αξία, δεν είναι κακό που γράφονται. Αλλά δεν είμαι σίγουρος αν το κάθε ένα από αυτά, ταλαιπωρείται και πλάθεται τόσο όσο χρειάζεται ή αν είναι αποτέλεσμα μιας fast track διαδικασίας, κι αν το βιβλίο αποτελεί όχι το αποτέλεσμα μιας πνευματικής πορείας, αλλά το μέσον για την επίτευξη άλλου ορισμένου στόχου.

Αυτές οι μικρές άγριες κραυγές που εκφράζονται με τα ποιήματα της μιας σελίδας, ήρθαν να πάρουν μια ακόμα πιο δυνατή μορφή για τα πολιτικά ζητήματα της χώρας, μέσα από τη συγγραφή ενός μυθιστορήματος. Είναι όντως δύσκολο να εκφραστεί πολιτικά κανείς μέσα από την ποίηση. Την ίδια χρονιά λοιπόν που τυπώθηκε το «Μικρό Επέκεινα», το 2019, τυπώθηκε μετά από παλινωδίες αν θα εκδοθεί από εκδοτικό οίκο ή γίνει ιδιωτική έκδοση (τελικά επικράτησε το δεύτερο), το μοναδικό πεζογράφημά μου μέχρι σήμερα και πολύ πιθανόν για πάντα. Είναι σίγουρα η πιο δυνατή πολιτικοκοινωνική κραυγή μου, μεταξύ των βιβλίων μου.

Πρόκειται για την μυθοπλασία με τίτλο «Χαμένες πατρίδες εντός των τειχών». Η πλοκή του έργου στηρίζεται σχεδόν στο σύνολό της σε πραγματικά προσωπικά βιώματα. Γι’ αυτό και η κύρια πηγή πληροφοριών του έργου είναι το προσωπικό μου ημερολόγιο, των ετών 2009-2015, της περιόδου δηλαδή που επιβλήθηκαν στην χώρα από τους διεθνείς τραπεζίτες δυσβάστακτα για τον λαό μας οικονομικά μέτρα και κυρώσεις, ενώ παράλληλα η εθνική υπόσταση καταβαραθρώθηκε και η εθνική ανεξαρτησία κουρελιάστηκε. Προφανώς ονόματα και προσωπικά στοιχεία έχουν αλλοιωθεί.

Οι συνέπειες των μνημονίων δε φτάνουν απλά μέχρι σήμερα, αλλά θα είναι ενεργές και φανερές για πολλές δεκαετίες ακόμα. Σε όλη αυτήν την επιβολή εκ των άνω, από τα καταγώγια της ολιγαρχίας, ο λαός μας επέδειξε, σχεδόν όπως πάντα στην ιστορική του διαδρομή, απίστευτη φρόνηση, καθαρό μυαλό και ευελιξία στις αποφάσεις του.

Δύο είναι τα κυρίαρχα γεγονότα σε αυτή την χρονική περίοδο. Το πρώτο, η αντίσταση εκατομμυρίων πολιτών που εκδηλώθηκε με συγκεντρώσεις επί εβδομάδες σε δεκάδες πόλεις της χώρας το καλοκαίρι του 2011 και το δεύτερο το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος 4 χρόνια αργότερα, το καλοκαίρι του 2015, με το 61,5 % των πολιτών να εκφράζει την διαφωνία του στις προτάσεις των δανειστών, προτάσεις που αποτελούσαν και αποτελούν θηλιές και λαιμητόμους της οικονομίας και της κοινωνίας μας.

Η ανάγκη για την συγγραφή του συγκεκριμένου βιβλίου προέκυψε απ’ το ότι, ενώ στα γεγονότα αυτά κυρίαρχος πρωταγωνιστής ήταν μαζικά ο ελληνικός λαός, εν τούτοις ακόμα και σήμερα αν ψάξει κανείς δε βρίσκει παρά ψήγματα δημοσιεύσεων, αναλύσεων και επιστημονικών εργασιών πάνω στα γεγονότα αυτά.

Οι συνιστώσες του Κινήματος του 2011 είναι πολύ περισσότερες απ’ όσες περιγράφονται στο μυθιστόρημα. Δε θα μπορούσαν εξάλλου με κανέναν μυθιστορηματικό τρόπο να καταγραφούν όλες αυτές. Ίσως ένα βιβλίο έρευνας, μια μακροσκελής πανεπιστημιακή μελέτη, να μπορούσε να καταγράψει πιο σφαιρικά και ολοκληρωμένα τις επιδιώξεις, τα κίνητρα και τα πολιτικά και κοινωνικά όνειρα ενός και πλέον εκατομμυρίου πολιτών που κατέβηκαν στις πλατείες όλης της χώρας. Καλώ λοιπόν από τη θέση αυτή σήμερα, τους καθηγητές του Πανεπιστημίου Κρήτης να αναλάβουν πρωτοβουλίες ώστε να αναδειχτεί το λαογέννητο εκείνο κίνημα που έσβησε σταδιακά από τη δράση κρατικών και παρακρατικών μηχανισμών και πολύ γρήγορα χειραγωγήθηκε και καθυποτάχτηκε από συστημικές πολιτικές δυνάμεις, που εξαργύρωσαν την εμπλοκή τους με κυβερνητικές θέσεις.

Ο τίτλος του βιβλίου «Χαμένες πατρίδες εντός των τειχών» αναφέρεται σε όλους εκείνους τους Έλληνες και τις Ελληνίδες, ζωντανούς και κεκοιμημένους, που μας διδάσκουν, με την σιωπηλή διδαχή της ζωής και του θανάτου, άρρητα ρήματα ζωής αιωνίου. Ας σκύψουμε να τα αφουγκραστούμε. Όσο για την τριήρη στο εξώφυλλο, πρόκειται για ένα από τα σπουδαιότερα πολεμικά πλοία της αρχαίας Ελλάδας, που για να κινηθεί χρειαζόταν τις συντονισμένες κινήσεις όλων των κωπηλατών. Έτσι και σήμερα ο ελληνισμός οφείλει να βρει τον βηματισμό του και συντονισμένα να χαράξει και να διαβεί τον δικό του δρόμο.

Ο πρωταγωνιστής του βιβλίου αναρωτιέται, σχεδιάζει, απορεί, δημιουργεί και προβληματίζεται. Είναι ένας καθημερινός άνθρωπος που του αρέσει η ενασχόληση με την πολιτική με την ευρεία έννοια. Απεχθάνεται η πολιτική διαχείριση και η εν γένει διαχείριση δημοσίων υποθέσεων να γίνεται από απομακρυσμένα κέντρα και εκείνος απλά να εκτελεί εντολές.

Παράλληλα στο βιβλίο, που είναι γραμμένο σε ημερολογιακή μορφή, εκτυλίσσεται και μια δεύτερη ιστορία, που έχει να κάνει με ένα περιστατικό από τα εκατοντάδες που δημιούργησε η ηρωική ελληνική αντίσταση στα χρόνια της Κατοχής του 1940-44. Πρόκειται για μια προσπάθεια τριών πατριωτών να εκτελέσουν τον αρχιπροδότη της περιοχής του Ρεθύμνου, και η οποία επιχείρηση κατέληξε σε αποτυχία, μετά από προδοσία.

Μέσα από την παράθεση των δύο ιστοριών προκύπτουν παραλληλισμοί όσον αφορά τα πρόσωπα ένθεν κακείθεν, τις μεθόδους καταστολής, τα μέσα και την οργάνωση αντιμετώπισης λαϊκών αντιδράσεων, το πάθος του λαού για ελευθερία και δημοκρατία. Το βιβλίο θέλει να επισημάνει την ιστορική κυκλικότητα των συνιστωσών αυτών, την επαναλαμβανόμενη τουλάχιστον τους τελευταίους δύο αιώνες πάγια εφαρμοζόμενη πολιτική στην ελληνική επικράτεια, που στόχο έχει να κρατάει την χώρα σε μια νηπιακή πολιτική κατάσταση προκειμένου να μην αποκτήσει διεθνή λόγο, μα ούτε παραγωγική και οικονομική αυτάρκεια.

Τα χρονικά χάσματα που παρατηρούνται στην ροή του κειμένου, από την μια είναι αναγκαία για την εξέλιξη της μυθοπλασίας, κι από την άλλη θέλουν να δείξουν την αμετάβλητη κατά βάθος πολιτική κατάσταση στη χώρα για δεκαετίες. Οι νόμοι που ψηφίζονται στην Βουλή, οι ανύπαρκτες εθνικές θέσεις των πολιτικών μας όταν συναντούν ξένους ομολόγους τους, η άνθηση προσφάτως του τουρκοραγιαδισμού, η ποιότητα της επικοινωνίας του πολιτικού κατεστημένου με τον λαό και φυσικά οι αντιδράσεις των πολιτών, ενεργές ή παθητικές, σε όλο αυτό το τραγελαφικό σκηνικό, είναι συνιστώσες που σχεδόν αυτούσιες επαναλαμβάνονται διαχρονικά ξανά και ξανά.

Φίλες και φίλοι,

Προφανώς οι συγγραφείς είναι πολύ περισσότεροι από εκείνους που έχουν εκδώσει βιβλία. Πολλοί γράφουν και τα κρατούν για τον εαυτό τους. Έχει και αυτό την δική του αξία. Ακόμα και αυτά τα γραπτά, κάποιες δυνάμεις κινούν στην κοινωνία μας, μυστικά και αθόρυβα. Από την άλλη ένα βιβλίο, σε έντυπη ή ψηφιακή μορφή, και η δυνατότητα που έχει το κοινό να επικοινωνήσει με τον δημιουργό του, είναι κάτι πολύ όμορφο, κάτι πολύ υγιές, κάτι πολύ αναγκαίο για την άνθηση της κοινότητας, της ομόνοιας, της εξάλειψης των διαχωρισμών και της κάθε είδους γκετοποίησης.

Νομίζω όμως δεν έχει σημασία ούτε πόσες χιλιάδες βιβλία θα διαβάσει κανείς, ούτε πόσες χιλιάδες κόλλες θα γεμίσει με τις σκέψεις του. Σημασία έχει με δομικά στοιχεία τις λέξεις να συνθέσει προτάσεις που να μιλούν απ’ ευθείας στο νου και την καρδιά του αναγνώστη. Γι’ αυτό εξάλλου μπορούν και γράφουν υπέροχες ιστορίες και άνθρωποι με ελάχιστες γραμματικές γνώσεις.

Όπως έχει γράψει ο Καζαντζάκης σε ένα έργο του: «Όλη η τέχνη του δημιουργού είναι να στριμώχνει μαγικά μέσα στα γράμματα του αλφαβήτου ανθρώπινη ουσία και όλη η τέχνη του αναγνώστη είναι να ανοίγει τις μαγικές αυτές παγίδες και να ελευθερώνει το φλογερό και γλυκύτατο περιεχόμενό τους. Και είμαι βέβαιος… Όποιος μπορεί καλά να κυβερνήσει τη λέξη μπορεί να σώσει τον κόσμο.».

Εμένα ο εθισμός με την πάλη των λέξεων έγινε στα 18 μου, στο φοιτητικό δωμάτιο των 2 επί 3 στην Εστία του Μετσόβιου στου Ζωγράφου. Ήταν μια δεύτερη, πνευματική αυτή τη φορά, γέννηση. Εύχομαι να βρίσκουμε τη δύναμη και τον τρόπο να αναγεννιόμαστε, όποτε η ζωή μας βάζει εμπόδια στην πορεία μας. Να ’χετε την πεποίθηση, προσωπικά είμαι απολύτως βέβαιος, ότι το κάνει για το καλό μας.

Εύχομαι σε μια επόμενη συνάντησή μας, όλοι εμείς και όλοι εσείς να έχουμε να επιδείξουμε πολλά περισσότερα βιβλία και με πολύ καλύτερες ιδέες. Μα κυρίως εύχομαι να έχουμε καταφέρει να βρούμε έναν τρόπο επικοινωνίας που θα βοηθήσει την ελληνική κοινωνία να ξαναβρεί την χαμένη της αυτοπεποίθηση, τα όνειρά της που στιγματίστηκαν σε κάποιο αεροδρόμιο αποχωρισμού ή σε κάποιο άδειο σπιτικό, που σε λίγο θα πρέπει να αδειάσει κι αυτό. Είναι πραγματικότητες γύρω μας όλα αυτά, αρκεί να μη στρουθοκαμηλίζουμε και περιδινούμαστε στην ατομική ανυπαρξία μας. Ο ελληνισμός ήταν πάντοτε κοινοτισμός, ανοιχτοσύνη και κοσμοπολιτισμός. Ας διαφυλάξουμε με κάθε τρόπο και με όποια θυσία χρειαστεί – εμείς οι Έλληνες γνωρίζουμε από θυσίες – ότι άυλο και υλικό κληρονομήσαμε από τους προγόνους μας σ’ αυτή την όμορφη πατρίδα.

Και θα ολοκληρώσω την μικρή αυτή αναφορά στα βιβλία μου, με μια αδημοσίευτη μαντινάδα μου.

Ήλιε π’ απλόχερα σκορπάς, χωρίς ποτέ να παίρνεις,

Μάθε στσ’ αθρώπους τσ’ άπληστους, το πώς τα καταφέρνεις.

Σας ευχαριστώ για την προσοχή σας!