Όταν δεν έχεις πια
τίποτα να περιμένεις,
απλά πέφτουν μονάχοι τους
οι στύλοι
με τα ηλεκτροφόρα
κάτω.
Κι η πόλη κατεδαφίζεται
χωρίς τυμπανοκρουσίες.
Γιατί δεν έχεις να περιμένεις
τίποτα.
Όταν πάλι γεννηθεί η ανάγκη
ή χρειαστεί να γεμίσεις με γάλα
το μπουκάλι του μωρού
ή πεις είναι κρίμα να ξεραθεί ο κάκτος
από έλλειψη νερού
ή απλά περιμένεις να καθρεφτίσεις
τα μάτια σου
στο λιμάνι που ποτέ δε φυσά˙
τότε ανασκουμπώνεται η ρίζα
τα φύλλα ξεσκονίζονται, ισιώνει
όσο-όσο
ο κορμός
κι η πόλη μόνη
ξανασηκώνεται στις μύτες των ποδιών
ν’ αγγίξει τον ουρανό.
