Κρύβεις το δάκρυ
χτυπώντας πέτρες στο λιακωτό
βυθίζοντας απαλά
την χρυσοποίκιλτη περιφρόνηση
στα ρημαγμένα τοιχιά
του απ’ αιώνος κάλλους
της ηδονής.
’Συ που κρατούσες το λυχνάρι
των παραμυθιών
και για ριψάσπιδες
λογάριαζες των Πυραμίδων
τους εργάτες και ’κείνον τον
φτωχό τον Διογένη.
