You are currently viewing 0156 – Αναστήτω το Αρκάδι

Θα βγάζω από το σκονισμένο σεντούκι

λέξεις πασπαλισμένες ναφθαλίνη

-δίχως ντροπή ή φόβο στις απειλές

των έντυπων φλυκταινών-

και θα τις αραδιάζω μπροστά σας

να κάμετε,

έτσι ξαπλωμένες και κοκαλωμένες καθώς θα ’ναι,

την αναγνώριση.

Θα φορούν τις ταυτότητές τους,

όλα τα σημεία τους θα ’ναι

εκεί

-οι φαύλοι αποφεύγουν τις γραφές-˙

εσείς όμως τις ξέρετε και δε θα

δυσκολευτείτε

να αγγίξετε το παγωμένο μέταλλο

το λιωμένο χρυσάφι,

τη σκουριά στο ξεραμένο αίμα,

τ’ αλμυρό δάκρυ, το μόνο ζωντανό

κατηχητήριο.

Δε θα δυσκολευτείτε

-μάλιστα θα το διασκεδάσετε

παιχνίδι παιδικό σε καιρούς ξεγνοιασιάς-

να μυρίσετε στα δάκτυλά σας

την καμένη πυρίτιδα

και μια βοή από τα βάθη

του χρόνου

θα φωνάξει «Αναστήτω»!