Ήταν πρωί
και τα χέρια στην θέση τους.
Η καρδιά
σφυρίζει τη φαλκονέρα της
αργή πνοή.
Στο σκαρί ένας φτιαγμένος ναύτης
προσμένει την υποδούλωσή του
σ’ ένα σαλόνι με γερό πάτωμα.
Κι ας είναι να χαθεί το χέρι
το δεξί
που ’πιανε τον αφρό της θάλασσας
και της κεράς του τον κόρφο.
Ένα δεξί χέρι
η πληρωμή της αιωνιότητας.
