Με τον Μιχάλη Λαζαρίδη, τον επιβλέποντα του διδακτορικού μου, τον «καθήγητή μου» όπως συνηθίζω μέχρι σήμερα να τον αναφέρω σε συζητήσεις με τρίτους, παρόλο που πια δεν είναι καθηγητής μου, γνωρίστηκα πριν 21 χρόνια και κάτι μήνες, τον Οκτώβρη του 2004, όταν του χτύπησα την πόρτα του γραφείου του και μετά από μια σχετικά σύντομη κουβέντα με προσέλαβε συνεργάτη του από την επόμενη κιόλας μέρα.
Η σχέση μου με την ζωγραφική είναι αμελητέα, παρόλο που ασχολούμαι με την τέχνη εν γένει καθώς είμαι δόκιμος και ερασιτέχνης γραφιάς ποίησης. Επιπλέον η ακαδημαϊκή και ερευνητική συνεργασία μου με τον Μιχάλη, με καθιστά ένα μάλλον ακατάλληλο πρόσωπο για να μιλήσω για το βιβλίο του, ένα βιβλίο που ασχολείται με έναν μεγάλο ζωγράφο, τον Ανρί Ματίς. Εν τούτοις η ευγενική και τιμητική του πρόταση και η εσώτερη ανάγκη μου να συμμετέχω στην χαρά του αυτή σήμερα, με έφεραν σε αυτό το βήμα.
Όταν γνώρισα τον Μιχάλη ήταν ήδη καθηγητής στο Πολυτεχνείο Κρήτης και μαθητευόμενος ζωγράφος. Σήμερα έχοντας στο ενεργητικό του ατομική έκθεση και συμμετοχές σε ομαδικές εκθέσεις ζωγραφικής, κάλλιστα μπορούμε να τον αποκαλέσουμε και ζωγράφο, εκτός από ακαδημαϊκό. Είναι εύλογος λοιπόν ο λόγος που επέλεξε να συγγράψει μια πραγματεία για έναν ζωγράφο που προφανώς τον επηρέασε και τον επηρεάζει στην δουλειά του, κι έτσι να αποκτήσει και μια τρίτη ιδιότητα, αυτή του συγγραφέα, παρόλο που ήταν ήδη πολυγραφότατος συγγραφέας, όσον αφορά επιστημονικά συγγράμματα και ερευνητικές πραγματείες. Ίσως μας αποκαλύψει ο ίδιος πως τον επηρέασε και πόσο έντονη είναι αυτή η επίδραση του Ματίς στο δικό του έργο. Πάντως, όσον αφορά τις τρεις ιδιότητες, αν αναλογιστώ ότι διαχρονικά μεγάλη μερίδα των κοινοβουλευτικών εκπροσώπων μας ήταν και είναι ακαδημαϊκοί και την αδιανόητη και τραγική κατάσταση στην οποία έχει περιέλθει η πατρίδα σήμερα, θα τολμούσα να πω ότι τρέφω μεγαλύτερη εκτίμηση στους ζωγράφους και τους συγγραφείς, με το μικρό άμεσο κοινωνικό αποτύπωμα, παρά στον ακαδημαϊκό κόσμο με τις άφθονες ευρωπαϊκές και εθνικές χρηματοδοτήσεις και την θεωρητικά συνεπακόλουθη μεγαλύτερη επιδραστικότητά του. Αλλά η μέρα δε μου επιτρέπει να επεκταθώ περισσότερο στις σκέψεις μου αυτές, παρόλο που θα άξιζε, ειδικά σήμερα που καταπατείται κάθε κεκτημένη έννοια, νομοθετικής διάταξης, επιστημονικής τεκμηρίωσης και ερευνητικής αξιοπιστίας στην τραγική από κάθε άποψη υπόθεση του Εγκλήματος των Τεμπών.
Ως πολιτικό ον πάντοτε αναζητώ στα δημόσια πρόσωπα και ζωή την συνεισφορά τους στον δημόσιο βίο και την κοινωνία. Μια κοινωνία ιδωμένη ως ενιαίο σώμα μα και ως σώμα αποτελούμενο από χιλιάδες ετερόκλητες πολύχρωμες ψηφίδες. Ο Ανρί Ματίς (Henri Matisse, 1869–1954), ένας από τους σημαντικότερους Γάλλους ζωγράφους του 20ού αιώνα, του καλλιτεχνικού ρεύματος του Φωβισμού (Fauvisme), δεν είχε με την πολιτική άμεση σχέση (σε αντίθεση φερ’ ειπείν με τον Πάμπλο Πικάσο), παρόλο που η τέχνη του είχε πολιτισμικές και ιδεολογικές διαστάσεις, ειδικά μέσα στο ιστορικό πλαίσιο της εποχής του. Υπό αυτήν την έννοια τον συναντάμε, κατά το πρότυπο του Καζαντζάκη, να μην εγκαταλείπει την πατρίδα του στον δεύτερο μεγάλο πόλεμο, αλλά να ζει και να εργάζεται απομονωμένος στην ξέγνοιαστη μεσογειακή Νίκαια. Παρότι λοιπόν, η τέχνη του δεν ήταν άμεσα πολιτική, η χαρά, το φως και η ελευθερία που εκπέμπουν τα έργα του Ματίς θεωρήθηκαν από ορισμένους ως πνευματική αντίσταση στις σκοτεινές εκείνες εποχές. Ο ίδιος είχε πει: «Θέλω η τέχνη μου να είναι σαν ένα άνετο κάθισμα για έναν κουρασμένο άνθρωπο».
Στο τέλος της ζωής του, ο Ματίς σχεδίασε το εσωτερικό και τα βιτρό του Παρεκκλησίου του Ροδαρίου (Chapelle du Rosaire) στη Βανς, ένα έργο που συνδύασε την τέχνη με την πνευματικότητα. Τα λίγα αυτά στοιχεία δηλώνουν μια προσωπικότητα με πνευματικές και ψυχαναλυτικές διαστάσεις και αναζητήσεις. Προτιμούσε να μην προβάλει με τρόπο εμπορικό την δουλειά του, αλλά να αφήνει τον χρόνο να δουλέψει για αυτήν. Ο Μιχάλης, όσο τον γνωρίζω, έχει τέτοια στοιχεία, από την μια σεμνότητας και αποφυγής προσωπικής προβολής, κι από την άλλη κεκρυμμένων πνευματικών αναζητήσεων που προτιμά ίσως να μην συνοδοιπορεί στην αναζήτηση αυτών με άλλους ομοτράπεζους, αλλά να κινείται περισσότερο δονκιχωτικά προς την πηγή τους.
Φίλες και φίλοι! Η σύνδεση τέχνης και πολιτικής είναι βαθιά, ιστορική και συχνά αναπόφευκτη. Αν και κάθε μορφή τέχνης δεν είναι εξ ορισμού πολιτική, η τέχνη δεν υπάρχει σε κενό αέρος. Δημιουργείται, προβάλλεται και ερμηνεύεται μέσα σε κοινωνικά, πολιτισμικά, εθνικά, εθνολογικά και πολιτικά πλαίσια.
Η τέχνη εν γένει αντικατοπτρίζει τις αγωνίες, τις αξίες, τις συγκρούσεις και τις ιδεολογίες του καιρού της και των ανθρώπων της. Αυτών που την δημιουργούν κι αυτών που την καταναλώνουν. Είναι ένα απολύτως καταναλωτικό αγαθό η τέχνη, απλά ενδέχεται να μην έχει μεγάλο αγοραστικό κοινό. Το δηλώνω αυτό έχοντας γνώση της αγωνίας και της ανάγκης που νοιώθω κάθε φορά που «πρέπει» να γραφεί έστω μισός στίχος ποίησης.
Συγκεκριμένα στην ζωγραφική, από τους τοιχογραφικούς και μωσαϊκούς πίνακες της αρχαίας Ρώμης, μέχρι τα γκράφιτι σε τοίχους σύγχρονων πόλεων, η πολιτική και η κοινωνική κριτική είναι παρούσα, είτε άμεσα, είτε έμμεσα. Είναι γνωστό πως η τέχνη μπορεί να λειτουργήσει ως εργαλείο πολιτικής κριτικής ή προπαγάνδας, ενώ αρκετά καθεστώτα χρησιμοποίησαν και συνεχίζουν μέχρι σήμερα να χρησιμοποιούν την τέχνη για να προωθήσουν την ιδεολογία τους και το όραμά τους για την κοινωνία. Πιστεύω ακράδαντα ότι η τέχνη λειτουργεί ως πολιτική πράξη από μόνη της. Ακόμα και η επιλογή του καλλιτέχνη να δημιουργήσει έργο «απολίτικο» ή εσωτερικό, μπορεί να ιδωθεί ως πολιτική θέση (αποστασιοποίηση, απόρριψη ή αντίσταση).
Φίλες, φίλοι, Το βιβλίο «Ανρί Ματίς (1869‑1954)» του Μιχάλη Ν. Λαζαρίδη παρουσιάζει τη ζωή και το έργο του σπουδαίου Γάλλου ζωγράφου με τρόπο κατανοητό και περιεκτικό. Είναι μια συνοπτική αλλά πλήρης παρουσίαση της ζωής και του έργου του Ματίς. Αναλύει τα χαρακτηριστικά της ζωγραφικής του, όπως το χρώμα, τη γραμμή και τα μοτίβα, ενώ συνδέει την τέχνη του με την επιρροή με άλλους και σε άλλους δημιουργούς, όπως ο Τεριάντ. Το βιβλίο ξεκινά από τα πρώτα χρόνια του καλλιτέχνη στη Γαλλία, παρακολουθεί τις πρωτόλειες καλλιτεχνικές του αναζητήσεις, την εγκατάστασή του στη Νίκαια και την εξέλιξη της ζωγραφικής του, ενώ φτάνει μέχρι τα τελευταία χρόνια της ζωής του, όπου στράφηκε στη μέθοδο των κομμένων χρωματιστών χαρτιών, τη μέθοδο του κολάζ.
Το βιβλίο δεν είναι απλώς βιογραφία. Είναι καλογραμμένο, προσιτό και ιδανικό για όποιον θέλει να κατανοήσει την ουσία της ζωγραφικής του Ματίς χωρίς να χρειάζεται εξειδικευμένες γνώσεις τέχνης. Πρόκειται για μια ισορροπημένη συνδυαστική προσέγγιση ανάμεσα στη βιογραφία και την ανάλυση του έργου του μεγάλου γάλλου ζωγράφου.
Η ανακάλυψη του χρώματος ήταν μια αποκάλυψη για τον Ματίς. Το φως επίσης της Μεσογείου τον είχε συνεπάρει, με αποτέλεσμα αυτό να λειτουργήσει καταλυτικά στις ζωγραφικές του απόπειρες, με την απόδοση μεγαλύτερης φωτεινότητας. Η ζωγραφική του Ανρί Ματίς θα λέγαμε αποτελεί ύμνο στο φως, στο χρώμα και στη χαρά της ζωής. Μακριά από τον ακαδημαϊσμό και τη μίμηση της πραγματικότητας, ο Ματίς επιδιώκει την ουσία των πραγμάτων μέσα από την αφαίρεση και τη δύναμη της χρωματικής σύνθεσης. Τα έργα του αναδύουν μια αίσθηση αρμονίας και εσωτερικής γαλήνης, ακόμη και όταν απεικονίζουν τα πιο απλά θέματα. Με έντονες αντιθέσεις και καθαρές φόρμες, ο Ματίς δημιούργησε έναν εικαστικό κόσμο που δεν απευθύνεται μόνο στη λογική, αλλά κυρίως στο συναίσθημα και στην αίσθηση.
Ο Ματίς δεν ζωγράφιζε απλώς εικόνες, αλλά επιδίωκε να εκφράσει καταστάσεις ψυχής. Για τον ίδιο, η ζωγραφική ήταν μια μορφή πνευματικής αναζήτησης, μια προσπάθεια να αποτυπώσει την εσωτερική του εμπειρία με τα πιο απλά μέσα. Γραμμές, σχήματα και χρώματα. Επηρεασμένος από τον φωβισμό, αλλά πάντοτε αυτόνομος στην πορεία του, ανέπτυξε ένα προσωπικό ιδίωμα που συνδύαζε την τολμηρή χρωματική έκφραση με τη γεωμετρική λιτότητα. Το έργο του, βαθιά ανθρώπινο και αισιόδοξο, συνεχίζει να εμπνέει καλλιτέχνες και θεατές με τη διαχρονική του δύναμη.
Βλέποντας αδρομερώς τα βιογραφικά στοιχεία του γάλλου ζωγράφου και εστιάζοντας στα σημεία καμπής της καλλιτεχνικής του πορείας δε μπορεί να μη σημειώσει κάποιος τις αργές σε γενικές γραμμές μετατοπίσεις του δημιουργού προς το εν τέλει αυτόνομο δικό του μονοπάτι τέχνης. Ανοιχτός σε δοκιμές και νέες τεχνικές καταλήγει χωρίς να βιάζεται σε εκείνο που πραγματικά τον εκφράζει. Κι αυτό δεν είναι άλλο από το φως, το χρώμα και μια ιδιάζουσα μορφή ενέργειας, που εκπέμπεται ακόμα και από «νεκρές φύσεις» ή από «άγονα τοπία».
Το βιβλίο του πανεπιστημιακού καθηγητή Μιχάλη Λαζαρίδη, το οποίο ασχολείται με τη ζωγραφική του Ανρί Ματίς, αποτελεί στις 135 σελίδες του, μια εμπεριστατωμένη μελέτη πάνω στο έργο και την καλλιτεχνική πορεία του Ματίς. Ο συγγραφέας αναλύει τον τρόπο με τον οποίο ο Ματίς κατόρθωσε να μεταμορφώσει την απλότητα σε δύναμη έκφρασης και την αφαίρεση σε πηγή συγκίνησης. Η θεωρητική του προσέγγιση ισορροπεί μεταξύ ακαδημαϊκής αυστηρότητας και προσωπικής ματιάς, αποκαλύπτοντας πτυχές του έργου του Ματίς που συχνά παραβλέπονται. Το στήσιμο του βιβλίου είναι ενδιαφέρον, καθώς στις σελίδες του κειμένου παρεμβάλλονται 7 φύλλα με 14 σπουδαία έργα του Ματίς.
Αξιοσημείωτο είναι πως το βιβλίο του καθηγητή Λαζαρίδη, όντας ζωγράφος κι ο ίδιος, το διαπερνά μια βιωματική σχέση προς το θέμα του. Οι προσωπικές του εμπειρίες με τα χρώματα, τα υλικά και τη διαδικασία της δημιουργίας προσδίδουν στις σελίδες του βιβλίου μια σπάνια ζωντάνια και αυθεντικότητα. Δεν γράφει απλώς για τη ζωγραφική του Ματίς, αλλά συνομιλεί μαζί της, σαν να αναζητά μέσα από το δικό του πινέλο τον απόηχο της ματισιανής ευαισθησίας. Το αποτέλεσμα είναι ένα έργο που απευθύνεται όχι μόνο στον ακαδημαϊκό αναγνώστη, αλλά και σε όποιον αγαπά την τέχνη ως μέσο ελευθερίας και έκφρασης.
Ο δικός μας Στρατής Ελευθεριάδης-Τεριάντ και ο Ανρί Ματίς συνδέθηκαν με μια φιλία που μετατράπηκε σε δημιουργική σύμπραξη. Ο Τεριάντ, Μυτιληνιός εκδότης και κριτικός τέχνης, διέκρινε ότι η ζωγραφική του Ματίς μπορούσε να «μεταφραστεί» σε βιβλίο-έργο τέχνης (livre d’artiste). Έτσι γεννήθηκε το αριστουργηματικό “Jazz” (1947), όπου οι κοφτές μορφές και τα εκρηκτικά χρώματα του Ματίς βρήκαν νέα ζωή στο χαρτί. Το βιβλίο περιέχει δείγματα χαρτοκοπτικών έργων που θυμίζουν τη λαϊκή τέχνη και όπως ο ίδιος αναφέρει: «Η αυθεντική τζαζ διαθέτει μερικά μοναδικά χαρακτηριστικά: το χάρισμα του αυτοσχεδιασμού, της ζωντάνιας, της αρμονίας με το ακροατήριο».
Αυτή η ιδέα του Τεριάντ να ενώσει λογοτεχνία και εικαστικά δεν περιορίστηκε στους μεγάλους ζωγράφους της Δύσης, αλλά αγκάλιασε και την ελληνική ποίηση. Η φιλία του με τον Οδυσσέα Ελύτη, επίσης Μυτιληνιό, υπήρξε καθοριστική. Ο Τεριάντ πίστεψε ότι η ποίηση του Ελύτη μπορούσε να σταθεί ισότιμα δίπλα στην ευρωπαϊκή πρωτοπορία, και φρόντισε να τη συνδέσει με εικαστικούς γίγαντες όπως ο Ματίς και ο Σαγκάλ. Έτσι, ποιήματα του Ελύτη κυκλοφόρησαν σε πολυτελείς εκδόσεις εικονογραφημένες από μεγάλους ζωγράφους, ανοίγοντας δρόμο για τη διεθνή αναγνώρισή του. Με τον τρόπο αυτό θα συναντηθούν τρεις κόσμοι: το Αιγαίο του Ελύτη, η οραματική ματιά του Τεριάντ και τα χρώματα του Ματίς. Ο ποιητής, ο εκδότης και ο ζωγράφος συνδέθηκαν με κοινή αγάπη για την τέχνη και άφησαν έργα που διαλέγονται μέχρι σήμερα.
Φίλες και φίλοι, Ο Ανρί Ματίς υπήρξε μια από τις πιο φωτεινές μορφές της ζωγραφικής του 20ού αιώνα. Αν θέλαμε να συνοψίσουμε την προσφορά του σε λίγες λέξεις, θα λέγαμε πως έδωσε στο χρώμα, φωνή και ψυχή. Για τον Ματίς, το χρώμα δεν ήταν απλώς περιγραφή· ήταν συναίσθημα, ελευθερία, χαρά.
Στους πίνακές του βλέπουμε κόκκινα, μπλε και πράσινα να συγκρούονται και ταυτόχρονα να ισορροπούν. Ο ίδιος έλεγε: «Θέλω τα χρώματά μου να έχουν τη δύναμη ενός καμπαναριού». Ήθελε δηλαδή να δονούνται μέσα μας, να μας αγγίζουν άμεσα, όπως ο ήχος μιας καμπάνας. Ο Ματίς αγάπησε τα μοτίβα: υφάσματα, λουλούδια, χαλιά, φυτά. Τα έργα του έχουν συχνά τη ζεστασιά ενός εσωτερικού χώρου γεμάτου χρώμα και φως. Σε κάθε του πίνακα αναζητούσε την αρμονία ανάμεσα στο μάτι και στην ψυχή.
Η τέχνη δεν χρειάζεται να κρατά σημαία, αλλά έχει τη δύναμη να συγκινεί, να προβληματίζει και να προκαλεί. Και αυτή ακριβώς η δύναμη την καθιστά αναπόσπαστο κομμάτι του πολιτικού και κοινωνικού διαλόγου, είτε το θέλει είτε όχι. Έτσι το κεντρικό μήνυμα του όλου έργου του Ματίς είναι η αγάπη για την ζωή, το φως και το χρώμα, χωρίς όμως νύξη προσπάθειας καπηλείας, υφαρπαγής και εξανδραποδισμού εννοιών, εικόνων και του εγώ των πραγμάτων και των όντων. Ίσα-ίσα, προσπαθεί με τον ζωγραφικό του τρόπο να αναδείξει τις κύριες πτυχές αυτών, την ραχοκοκαλιά της ύπαρξής τους και της συνύπαρξής τους με το περιβάλλον τους. Ενός περιβάλλοντος που πολλές φορές, όπως αναφέρεται και στο βιβλίο του Μιχάλη Λαζαρίδη, δεν υπάρχει αυτόνομο, αλλά ενυπάρχει σε ουσιαστική συνέχεια και ενότητα με τον εσωτερικό χώρο ενός δωματίου.
Θα ήθελα στο σημείο αυτό, κλείνοντας, να κάνω και μια ρηξικέλευθη πρόταση λέγοντας ότι κατά τον ίδιο τρόπο που καλλιτέχνες όπως ο ελληνο-ιρλανδός μουσικός Ross Daly έχουν «απεμπολήσει» τα πνευματικά τους δικαιώματα παραχωρώντας ελεύθερα στο κοινό την χρήση των έργων τους, έτσι και οι ζωγράφοι θα ήταν καλό να διοχετεύσουν στον παγκόσμιο ιστό σε υψηλής ανάλυσης φωτογραφίες τα έργα τους, προκειμένου ο κάθε ένας που θα το επιθυμούσε να τα αναπαράξει, παράλληλα οι συγγραφείς να κάνουν το ίδιο με τον γραπτό τους λόγο κοκ.
Σας ευχαριστώ για την προσοχή σας και εύχομαι το βιβλίο του Μιχάλη Λαζαρίδη για τον Ανρί Ματίς να είναι καλοτάξιδο. Εύχομαι ο συγγραφέας να συνεχίσει την ενασχόλησή του με τη γραφή και να είναι τόσο επιτυχημένη όσο είναι μέχρι τώρα η ακαδημαϊκή του πορεία και οι ζωγραφικές του απόπειρες.
Σας ευχαριστώ και πάλι,
Με τιμή,
Δρ. Ηλιας Κοπανάκης
