Η μορφή του δωσιλογισμού δεν είναι μονοδιάστατη. Η προδοτική συμπεριφορά έναντι της πατρίδας και των συμπολιτών μας πήρε ποικίλες μορφές στα χρόνια της γερμανοκατοχής. Δωσίλογος δεν ήταν μονάχα ο κουκουλοφόρος που κατέδιδε τον αντιστασιακό Έλληνα και την αγωνιζόμενη Ελληνίδα, ώστε να βασανιστεί, να οδηγηθεί στο στρατόπεδο συγκέντρωσης ή να εκτελεστεί. Ήταν ο κάθε ένας που με το πρόσχημα της κόσμιας συνεργασίας για τη διάσωσή της ζωής του και το συμφέρον της οικογένειάς του, πατούσε επί πτωμάτων και άφηνε στον διάβα του νεκρούς, από τις ενέργειες ή τις εσκεμμένες παραλήψεις του. Η συνεργασία αυτή ήταν είτε άμεσα πολιτική, είτε γίνονταν με έμμεσο τρόπο μέσω διοικητικών, εμπορικών, οικονομικών, ιδεολογικών και προπαγανδιστικών διαύλων και μηχανισμών.
Τα τελευταία χρόνια γίνονται αρκετές ερευνητικές και εκδοτικές προσπάθειες στη χώρα μας, να αναδειχτούν πτυχές της ελληνικής αντίστασης την περίοδο του 2ου παγκοσμίου πολέμου. Κάποιες από τις εργασίες αυτές επικεντρώνονται σε όσους από τον ντόπιο πληθυσμό συνεργάστηκαν με τους κατακτητές. Το ανά χείρας βιβλίο είναι μια τέτοια προσπάθεια, να φωτίσει πτυχές του ελληνικού δωσιλογισμού την περίοδο εκείνη, και συγκεκριμένα να αναδείξει το μέγεθος και την έκτασή του στο νησί της Κρήτης και ιδιαίτερα στο νομό Ρεθύμνου.
Τα κίνητρα και οι επιδιώξεις όσων ανδρών και γυναικών συνεργάστηκαν με τους Γερμανούς κατακτητές στο νησί, ήταν ποικίλα και ετερόκλητα. Το αποτέλεσμα ωστόσο ήταν παρεμφερές. Πόνος, δυστυχία και θάνατος για την μερίδα εκείνη του κρητικού λαού που δεν συνεργάστηκε, ούτε δέχτηκε ποτέ να αποδεχθεί ως νόμιμη και εθνικά συμφέρουσα την στρατιωτική και εκμεταλλευτική κατοχή της γερμανικής διοίκησης.
Ως εκ τούτου, όσοι εν των κατοίκων της πατρίδας μας δέχτηκαν να συνεργαστούν, έβαλαν το συμφέρον τους πάνω από το γενικότερο καλό και από το πατριωτικό καθήκον τους. Όπως αναδεικνύεται στις σελίδες του βιβλίου του Γιώργου Σταράκη, στις περισσότερες περιπτώσεις το βασικό κίνητρο ήταν οι οικονομικές απολαβές που είχαν οι δωσίλογοι από αυτήν την συνεργασία τους. «Τα καθάρματα» όπως ο ίδιος ο Χίτλερ ονόμασε τους συνεργάτες του γερμανικού Ράιχ στις διάφορες κατακτημένες χώρες είχαν βρεθεί και στον τόπο μας. Η αγαστή συνεργασία οδηγούσε από την μια σε μια εύκολη και άνευ απρόοπτων και δυσάρεστων συμβάντων καθημερινότητα και διαβίωση του γερμανικού στρατού και της κατοχικής διοίκησης, κι από την άλλη σε ένα καθόλου ευκαταφρόνητο υπερκέρδος για τους ντόπιους συνεργάτες τους.
Από την ενδιαφέρουσα έρευνα που διεξήγαγε ο συγγραφέας διαφαίνεται ότι ο δωσιλογισμός δεν είχε επαγγελματικά, κοινωνικά ή οικονομικά στεγανά. Το ίδιο εύκολα μπορούσε να προσχωρήσει στο «ειδεχθές στρατόπεδο» ο πλούσιος κι ο φτωχός, ο άσημος κι ο επώνυμος, ο ληστής κι ο μικροαστός, ο ποιμήν της ψυχής και ο χωρικός, ο μορφωμένος κι ο ασπούδαστος.
Αν μια φορά προκαλεί φρίκη το γεγονός ότι ντόπιοι κρητικοί έγιναν η αιτία να τουφεκιστούν, να εκτοπιστούν, να εκδιωχθούν, να φτωχοποιηθούν εν μία νυκτί, να χάσουν τα λογικά τους και να βασανιστούν συντοπίτες και γείτονές τους, ακόμα πιο φρικιαστική και αποτρόπαια για την ιστορική μνήμη του τόπου και του λαού της, είναι η κατάληξη που επιφύλασσε η τύχη για όλα αυτά τα ρυπαρά υποκείμενα. Οι δίκες των ετών 1945-1950, για όσους προσήχθησαν σε τέτοιες και δεν διέφυγαν στο εξωτερικό, αν και αρχικά έλαβαν αποφάσεις που τους καταλόγιζαν βαριές τιμωρίες, έως και την εσχάτη των ποινών, την θανατική καταδίκη τους, εν τούτοις αυτές μέσα σε ελάχιστα χρόνια μετατράπηκαν με βασιλικά διατάγματα και αποφάσεις της Επιτροπής των Χαρίτων, είτε σε ισόβια κάθειρξη, είτε σε ποινή λίγων ετών. Εντός της δεκαετίας του 1950, οι περισσότεροι από τους εγκληματίες και ηθικούς αυτουργούς αρκετών εγκλημάτων που διέπραξαν οι κατοχικές δυνάμεις θα αφεθούν ελεύθεροι, ενώ με όσα ληστρικά είχαν αρπάξει από τους συντοπίτες τους και το ελληνικό δημόσιο θα δημιουργήσουν επιχειρήσεις, γραφεία και εταιρείες, ενώ πολλοί θα εμπλακούν επίσημα και στην πολιτική ζωή, δίχως αιδώ, μα κυρίως δίχως μια πολιτεία και μια κοινωνία να έχουν την δυνατότητα να τους καταδικάσουν τουλάχιστον ηθικά και κοινωνικά. Σύντομα λοιπόν, όχι στον θάνατο ή στην φυλακή, μα σε θέσεις ευθύνης θα βρεθούν και θα διαχειρίζονται για μια ακόμα φορά τις τύχες του κατατρεγμένου λαού μας.
Ο συγγραφέας μέσα από την έρευνα στις τοπικές εφημερίδες της εποχής, στα αρχεία του Πρωτοδικείου Ρεθύμνου κ.α., φέρνει στο φως και μας κάνει γνωστά γεγονότα που έλαβαν χώρα σε τούτο τον τόπο, λίγες μόλις δεκαετίες πριν. Ο αναγνώστης έχει την ευκαιρία να παρακολουθήσει από κοντά λεπτομέρειες από τις δίκες των δωσιλόγων και όσα τραγικά είχαν να εξιστορήσουν οι μάρτυρες κατηγορίας, αλλά και όσα ενδιαφέροντα ανέφεραν σ’ αυτές οι μάρτυρες υπεράσπισης.
Ακόμα και μετά την αναγνώριση της εθνικής αντίστασης από την ελληνική βουλή με πρωτοβουλία του αείμνηστου Ανδρέα Παπανδρέου το 1982, η έρευνα και ανάδειξη των πτυχών της περιόδου εκείνης δεν έλαβε την έκταση και το βάθος που θα έπρεπε. Έτσι για καιρό πολλά ξεχάστηκαν για την μερίδα εκείνη των πολιτών που έγινε τροχοπέδη στο να αναδειχτούν οι ηρωικές πτυχές του Έπους του 1940 και της πολυποίκιλης και πολυσήμαντης ελληνικής ένοπλης και άοπλης κατοχικής αντίστασης στα μήκη και πλάτη του ελληνικού χώρου. Που με την δράση της αυτή η προδοτική, όχι ασήμαντη μα σίγουρα μειοψηφία, έγινε επίσης καθοριστικός σκόπελος στο να μη διεκδικηθούν τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια όπως θα άξιζε προς όλους εκείνους που έζησαν όλη αυτή τη φρίκη του πολέμου, με αξιοπρέπεια και συντονισμένες προσπάθειες οι γερμανικές αποζημιώσεις, τόσο προς το ελληνικό κράτος, όσο και προς τις οικογένειες, απογόνους θυμάτων της γερμανοκατοχής.
Η συμμορία των δωσίλογων που σταδιακά ελίχθηκαν και εντάχθηκαν στο πολιτικό προσωπικό της μεταπολεμικής Ελλάδας έγινε το ίδιο τροχοπέδη και στην διεκδίκηση της επιστροφής του αναγκαστικού κατοχικού δανείου που υφάρπαξε το γερμανικό κράτος από την χώρα μας. Επιπλέον, ιδιαίτερα καθοριστικό είναι το γεγονός ότι ουδέποτε δεν διεκδικήσαμε επίσημα, ως ελληνικό μεταπολεμικό κράτος, την επιστροφή των χιλιάδων αρχαιοτήτων που έκαναν φτερά μέσα σε κοντέινερ με επιμέλεια των ναζί αρχαιολόγων που επέδραμαν στην Ελλάδα. Τα μουσεία του Βερολίνου και άλλων γερμανικών πόλεων, πέραν ελαχίστων που έχουν επιστραφεί, είναι σήμερα γεμάτα από αυτές τις αρχαιότητες που περιμένουν το ελληνικό κράτος να κάνει το αυτονόητο, να διεκδικήσει την επιστροφή τους στον φυσικό τους χώρο και στον φυσικό τους ιδιοκτήτη, το ελληνικό δημόσιο και τους Έλληνες. Η παραμονή τους στην Γερμανία απλά δηλώνει ότι οι δηλώσεις περί μετάνοιας των παρανοϊκών πράξεων και των ειδεχθών εγκλημάτων που έκαναν οι άμεσοι πρόγονοί τους είναι μόνο λόγια κι αέρας κοπανιστός.
Είθε το παρόν βιβλίο να βοηθήσει στην καλλιέργεια της ιστορικής μνήμης από τις νέες γενιές, στον αγώνα ενάντια στον φασισμό και στην διεκδίκηση της επιστροφής των γερμανικών επανορθώσεων και των κλαπέντων ελληνικών αρχαιοτήτων. Είθε το βιβλίο να βοηθήσει να σηκώσουμε «λίγο ψηλότερα» τις ψυχές και το κουράγιο μας, ενάντια σε όσους ύπουλα κι αθόρυβα κατεργάζονται την υποδούλωση των λαών σε νέες μορφές κατοχής και εξόντωσης.
Ρέθυμνο, 10 Δεκέμβρη 2024
